Ο δάσκαλος – συγγραφέας Νίκος Κωνστανινίδης επιλέγει να μιλήσει για μεγάλα πράγματα, μέσα από τα στόματα απλών ανθρώπων της πρώτης και δεύτερης προσφυγικής γενιάς, στο νέο του βιβλίο «Δακρυσμένα Χώματα», ανέφερε στην ομιλία του ο Θανάσης Στυλίδης, δικηγόρος, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Πνευματικής Εστίας Δικηγόρων «ΣΤΡΑΒΩΝ», κατά τη διάρκεια της παρουσίασης που έγινε στην Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης το απόγευμα του Σαββάτου 15 Φεβρουαρίου 2025.

Ο Θανάσης Στυλίδης ανέφερε.

Τι να πω. Είναι τόσα πολλά. Μέσα σε λίγες αράδες δε χωρούν. Αν διαβάζαμε το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, Αρχή και Τέλος, ίσως δε θα χρειαζόταν να πω και τίποτα. Εκεί ο συγγραφέας τα λέει ΟΛΑ.

Επειδή όμως πρέπει να πω κι εγώ κάτı για να παρουσιάσω το βιβλίο και όχι τον εαυτό μου θέλω να ακολουθήσω διαφορετική γραμμή. Διαφορετική απ’ ότι συνήθως γίνεται στις παρουσιάσεις.

Οι περισσότεροι έχουμε βρεθεί σε παρόμοιες εκδηλώσεις, που στα τελευταία χρόνια έγιναν μόδα. Έχει μάλιστα δημιουργηθεί και μια κυρίαρχη αισθητική για το πως περίπου πρέπει να γίνονται. Θα πω λοιπόν τι δε θα κάνω.

Θα αποφύγω αυτό που πολλές φορές κάνουν οι ομιλητές να μιλούν για οτιδήποτε άλλο, παρά για το βιβλίο. Ανάλαφρες αναφορές και μια προσποιητή άνεση Μιλούν και νομίζεις ότι προσπαθούν να μονοπωλήσουν το ενδιαφέρον σε βάρος και του βιβλίου και του συγγραφέα. Όχι εξυπνάδες λοιπόν ούτε αστειάκια και γελάκια εκεί που δεν πρέπει.

Άλλωστε “οι μεγάλες στιγμές της ζωής ζυγίζονται με ελάχιστες λέξεις. Μια λέξη είναι αρκετή να νοηματοδοτήσει μια ζωή, όπως μια σταγόνα νερού αρκεί για να μη μαραθεί ένα λουλούδι. Τα σημαντικά λέγονται με λίγες λέξεις”. Τα λόγια δεν είναι δικά μου είναι του συγγραφέα.

Και τα σημαντικά που επιλέγει να πει ο Κωνσταντινίδης είναι απλά πράγματα. Είναι οι ζωές του παππού και της γιαγιάς μας. Ζωές ανθρώπων απλοϊκών, του χωριού. Ανθρώπων που δεν ήταν επώνυμες προσωπικότητες, που κίνησαν τα γρανάζια της ιστορίας, αλλά ήταν πιόνια μάλλον, που συντρίφτηκαν στα γρανάζια της ιστορίας Αναφέρεται κάπου στο βιβλίο…“τα σημαντικά πρόσωπα είναι λάθος να τα αναζητούμε πάντα στα βάθη των αιώνων. Υπάρχουν και στη ζωή μας και ζουν ανάμεσά μας”.

Επομένως ο Κωνστανινίδης επιλέγει να μιλήσει για μεγάλα πράγματα, μέσα από τα στόματα απλών ανθρώπων της πρώτης και δεύτερης προσφυγικής γενιάς.

Θέματα ιστορικά, λαογραφικά, πολιτικά, γεωγραφικά, φιλοσοφικά, υπαρξιακά. Ένας κόσμος ολόκληρος ή μάλλον πολλοί κόσμοι.

Λόγος πυκνός, νοήματα πολλαπλά, που πολλές φορές αδυνατείς να τα παρακολουθήσεις και να τα επεξεργαστείς, αν δεν επανέλθεις ξανά και ξανά. Κι αυτά όλα πλεγμένα στον καμβά μιας ιστορίας, που για εμάς τους προσφυγικής καταγωγής επαρχιώτες είναι τόσο οικεία. Τόσο κοινότοπη μα καθόλου κοινότυπη.

Η πλοκή λοιπόν. Μια ιστορική διαδρομή… Πόντος – Καύκασος – Ελλάδα. Όλη η νεώτερη ιστορία μας μέσα από τα βιώματα και τη ματιά των ποντίων προσφύγων. Απώλειες, έρωτες , πάθη, αγώνας για επιβίωση με αξιοπρέπεια, πόλεμος. Μια ζωή πιασμένη χέρι χέρι με το θάνατο.

Απ’ το πρώτο κιόλας κεφάλαιο φαίνεται ότι ο συγγραφέας μας μιλάει βιωματικά “στο μεγάλο ποτάμι των λυγμών των ηρώων του βιβλίου του, έχει πάντα και το δικό του δάκρυ μέσα”.

Μιλά για αυτά που έζησε ο ίδιος μέσα από τις αισθήσεις του και για αυτά που έζησε μέσα από τα μάτια των άλλων.

BIBLIO.KONSTANTINIDHS.NIKOS.DAKRYSMENA.XOMATA.AFOI.KYRIAKIDH.EKDOSEIS.AE

Αναρωτήθηκα λοιπόν. Τι είναι τα Δακρυσμένα χώματα;

Είναι ένα μυθιστόρημα, που απλά προσπαθεί να τονώσει την προσφυγική μνήμη, την ποντιακή μας ταυτότητα, μέσα από μια ιστορία που λίγο ή πολύ οι πρόγονοί μας έζησαν;

Έτσι νόμισα στην αρχή… Δεν θα κρυφτώ, μολονότι γνωρίζω τις ικανότητες του Δασκάλου, το είδα λίγο με σκεπτικισμό, ...αίμα, διωγμοί, έρωτες. Λίγο πολύ συνηθισμένα πράγματα σκέφτηκα. Ήταν αυτό; Όχι τελικά… Ο δάσκαλος με ξεγέλασε και στο τέλος με ξάφνιασε. Δεν ήταν μόνο αυτό. Το βιβλίο αυτό δε γράφτηκε για να γραφτεί... Γράφτηκε γιατί είχε να πει πράγματα, και όχι λίγα... πολλά.

Τα πρώτα κεφάλαια “Πόντος – Καύκασος”, “Ξεριζωμός και φυγή στην Ελλάδα”, “Εγκατάσταση και ζωή” στη νέα πατρίδα είναι κατά κάποιο τρόπο εισαγωγικά και μας δίνουν το ιστορικό πλαίσιο. Αναφέρονται πληροφορίες ιστορικές για το πώς βρέθηκαν οι Πόντιοι στον Καύκασο, η μάχη του Σαρί Καμίς, πως ξεριζώθηκαν και ήρθαν οι άνθρωποι μας στην Ελλάδα, τα βάσανα των πολέμων, οι διώξεις, τα απολυμαντήρια, τα χωριά, η δουλειά στα χωράφια.

Κι εκεί που λες πως όλα πάνε προβλεπόμενα. Να σου το κεφάλαιο “Η Αγάπη και η Όλγα στην Ελλάδα”.

Εδώ είναι η πρώτη ένδειξη ότι ο συγγραφέας δεν αρκείται στο να κάνει απλά ένα ιστορικό ποντιακό μυθιστόρημα. Ένα μυθιστόρημα, για να αραδιάσει ιστορικές πληροφορίες για τους αναγνώστες. Για να συγκινηθούμε διαβάζοντας απλά τα ονόματα των προγονικών μας πατρίδων .... Στο κεφάλαιο αυτό φαίνεται ότι ο συγγραφέας έχει στόχο ένα πραγματικά ολοκληρωμένο μυθιστόρημα. Να σας πω την αλήθεια στην ποντιακή γραμματεία δεν ξέρω πολλά ολοκληρωμένα μυθιστορήματα.

Στο κεφάλαιο αυτό πέραν των άλλων εμφανίζεται για πρώτη φορά μια ιστορία αγάπης, που κατόπιν θα γίνει κεντρική. Θα μου πείτε τι πιο κλισέ από μια ιστορία αγάπης.

Η αγάπη της μικρής αρμενοπούλας Όλγας και του μικρού προσφυγόπουλου του Νίκου που κυνηγημένοι βρέθηκαν σ’ ένα χωριό του Κιλκίς , το Χωρύγι. Η αγάπη αυτή όμως φαίνεται ότι περικλείει πολλές αγάπες μέσα της. Αγάπες για πολλούς ανθρώπους και αγάπες πολλών ανθρώπων.

Η αγάπη είναι ένα θέμα που όπως τους περισσότερους , ταλάνισε πολύ και το συγγραφέα μας. Έτσι αφιερώνει περίπου δέκα πυκνές σελίδες μόνο για να περιγράψει μόνο αυτή την αγάπη. Η περιγραφή του δεν είναι επιφανειακή είναι υπαρξιακή, συμπαντική “όποιος έχει νου θα αντιληφθεί και όποιος έχει καρδιά θα νιώσει (λέει) . Θα ακούσει τη φωνή του πουλιού με διαφορετικά αυτιά και θα σαγηνευτεί. Τα ευαίσθητα θέματα για να τα ζήσει κανείς θέλει να έχει ευαισθησία. Αλλιώς είναι σαν να περιμένεις από ένα τυφλό να σου μιλήσει για χρώματα’’.

Κι εδώ ο συγγραφέας δείχνει πραγματικά την ευαισθησία του, τη δύναμη του μυαλού του και της πένας του. Όχι μόνο δεν είναι τυφλός σαν τους περισσότερους μας, αλλά περιγράφει την αγάπη με όλα τα εκφραστικά μέσα , με όλες τις αισθήσεις του, την όραση , την όσφρηση , την αφή, τη γεύση.

Αναφέρεται σε αυτήν κάπως έτσι “ήταν μια αληθινή όαση ψυχής , με φωνή που θύμιζε κελάρυσμα νερού και χείλη που γλύκαιναν πάνω τους οι λέξεις. Η πιο μεγάλη αγάπη είναι να αγαπάς αυτό που δεν έχεις. Είναι η πιο αγνή κι ανιδιοτελής αγάπη, μια θέση κάτω από την αγάπη, που τρέφει ο πιστός στον Θεό του”.

Η αγάπη στο βιβλίο αυτό κυριαρχεί , όπως θα έπρεπε παντού να κυριαρχεί. Ιστορίες έρωτα δοσμένες με μαεστρία.

Παράλληλα η ζωή στα προσφυγικά χωριά της βόρειας Ελλάδας, η δουλειά στα καπνά, κώδικες τιμής και συμπεριφορές μιας άλλης Ελλάδας, ξεχασμένης.

Εμβόλιμα και επαναλαμβανόμενα, εκτενείς φιλοσοφικές σκέψεις του συγγραφέα. Σκέψεις για τη ζωή και το θάνατο ποιητικά δοσμένες καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος της αφήγησης. Θέματα που απασχολούν το συγγραφέα “ότι κρατάμε για τον εαυτό μας πεθαίνει μαζί μας Μόνο αυτό που προσφέρουμε στους άλλους ζει και μετά από μας” λέει κάπου “Πάω σ’ ένα βουνό, όπου κατοικεί η θεά Μνήμη. Εκεί στο βουνό έχω αφήσει ένα κομμάτι από την ψυχή μου” λέει αλλού.

Η παράδοση, η συνέχεια του ανθρώπινου γένους, η Μνήμη και η Ταυτότητα, ως θέματα τον απασχολούν πολύ.

Τα ιστορικά γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο.

Η μετανάστευση στην Αμερική, ο πόλεμος του ‘40, η Εθνική Αντίσταση, ο Εμφύλιος, οι πολιτικοί πρόσφυγες, το Μακρονήσι, η Χούντα κι η μεταπολίτευση. Δεν τα λες και λίγα. Η νεώτερη Ιστορία της Ελλάδας είναι … και αυτά όλα σ’ ένα βιβλίο 350 σελίδων.

Και για την πολιτική. Δε διστάζει ο συγγραφέας μας.

Όπως και οι πρόγονοί του, στη ζωή και τα πάθη των οποίων αναφέρεται, τολμά. Είναι πατριώτης “δεν έχει μόνο την καρδιά του στ’ αριστερά αλλά κι ολάκερη τη ζωή του’’.

Μιλά για δυσάρεστα ιστορικά θέματα, ταμπού για πολλούς, όμως χωρίς λόγο διχαστικό, ξύλινο, χωρίς φανατισμό. Με γνώμονα και μόνο την αλήθεια και την αξιοπρέπεια . Κάπου λέει “ούτε η κοινωνία αλλάζει χωρίς την επανάσταση ούτε και η ζωή δίχως τον έρωτα”. Οι ήρωες του είναι Μαρξιστές πριν το Μαρξ και Χριστιανοί πριν το Χριστό, ......χωρίς αγκυλώσεις και δογματισμούς. Χωρίς ιδιοτέλειες.

Με ζοφερό τρόπο περιγράφει τον Εμφύλιο. Η Όλγα χάνει τα δυο της παιδιά που είναι σε αντίπαλα στρατόπεδα. Καταλήγει, “δεν υπάρχει χειρότερος πόλεμος από τον εμφύλιο…”.

Δεν μπορώ να μην αναφέρω το ρόλο που παίζουν στον κόσμο του συγγραφέα η παιδεία και ο Δάσκαλος.

Ο ιδανικός δάσκαλος, ο δάσκαλος όπως πρέπει να είναι ταυτίζεται με το πρόσωπο του Σοφοκλή. Είναι η μορφή που έπαιξε το σημαντικότερο ρόλο στη ζωή του ήρωα του βιβλίου, του Νίκου. Η αγάπη του Νίκου στο δάσκαλό του μόνο με την αγάπη του στην Όλγα μπορεί να συγκριθεί. Είναι αυτός που τον μύησε στη ζωή και το δίδαξε “ακόμη και με τη σιωπή του”. Η αγάπη για την παιδεία και η αγάπη για τη γυναίκα, είναι ζητήματα ζωτικής σημασίας.

Με καυστικό και ειλικρινή λόγο αναφέρεται ο Κωνσταντινίδης ακόμη και στα νεοελληνικά κακά της μοίρας μας “πληρωμένα πολιτικά γραφεία, κρατικά αυτοκίνητα, διευθυντάδες και εκατοντάδες μετακλητοί, μαζάνθρωποι και μπαζάνθρωποι, φίλοι και κολλητοί, χαμερπείς και χαμαιλέοντες, κόλακες και αυλοκόλακες έγιναν εκφραστές και επιβήτορες της εξουσίας… Ιστορικά έχει αποδειχθεί ότι οι ηθικοί μετρούν τη ζωή με θυσίες και οι “έξυπνοι” με θητείες”. Πικρές αλήθειες εκκωφαντικά επίκαιρες ..ειδικά το μπαζάνθρωποι …

Γράφει αλλού ‘’στην ιστορική του διαδρομή ο Έλληνας έδειξε ότι υπήρξε πολεμιστής ως Αχιλλέας και πανούργος ως Οδυσσέας. Πίστεψε στο Σωκράτη, αλλά τον φαρμάκωσε, θαύμασε το Φειδία αλλά τον κατηγόρησε για ιεροσυλία, αγάπησε τον Κολοκοτρώνη αλλά το φυλάκισε, τίμησε τον Ανδρούτσο αλλά τον γκρέμισε από την Ακρόπολη, λάτρεψε τον Καποδίστρια αλλά τον δολοφόνησε. Θαυμάζει τον Όμηρο αλλά δεν τον διαβάζει. Είναι ορθόδοξος αλλά συμμαχεί με ετερόδοξους, πολιτικά είναι με τη Δύση και συναισθηματικά με την Ανατολή’.

Όμως για μένα προσωπικά τα πιο γοητευτικά κεφάλαια είναι τα τελευταία. Στα δύο - τρία τελευταία κεφάλαια έρχεται η κορύφωση τόσο της ιστορίας όσο και του μηνύματος που θέλει να δώσει ο συγγραφέας.

Τα κεφάλαια αυτά εμφανώς περιέχουν περισσότερα αυτοβιογραφικά στοιχεία. Σε αυτά ο συγγραφέας περιλαμβάνει εντονότερα στοιχεία του χαρακτήρα του και της ζωής του. Εκφράζει τις σκέψεις του, τις μεταφυσικές του ανησυχίες, τα πιστεύω του, διατυπώνει περίπου την κοσμοθεωρία του.

Το τελευταίο κεφάλαιο ειδικά ...είναι παρακαταθήκη, είναι τα πιστεύω του συγγραφέα. Μην κάνετε όμως το λάθος και διαβάσετε μόνο το κεφάλαιο αυτό. Θα ήταν σφάλμα, θα αδικήσετε το βιβλίο.

Στο κεφάλαιο αυτό συγκινήθηκα Δεν ήταν ένας επίλογος “έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα”, ήταν μια πραγματεία για τη ζωή. Έννοιες βαθιές, για τον άνθρωπο και το ρόλο του μέσα στον κόσμο, για το νόημα της ζωής και τον έρωτα ως συνεκτική ουσία του σύμπαντος. Τον έρωτα που “κοινό σημείο του με… την επανάσταση είναι η ανυπακοή”.

Στο τέλος μια χαρμολύπη για τα πάθια και τους καημούς του κόσμου, μια γλυκιά πίκρα, σαν το τραγούδι του αηδονιού στο άλικο πρωϊνό “ο άνθρωπος συχνά τοποθετεί τη ζωή του μέσα στη θαμπάδα ενός ονείρου, ώσπου έρχεται ο αέρας και ξεσκεπάζει την αχλύ από επάνω του για να φανεί η γυμνή αλήθεια. Να αντιληφθεί ότι η πτήση και η πτώση πάνε μαζί, ότι φανταστικότερη και από τη φαντασία είναι η πραγματικότητα, την οποία ο νους του αδυνατεί να συλλάβει.

Αυτό που μένει στο τέλος της πορείας του πάνω στη γη είναι ο απόηχος από το τραγούδι των σειρήνων, γραμμένο στις παρτιτούρες της ζωής. Είναι οι μικρές και οι μεγάλες αυταπάτες, που καλλιεργεί για να μεγαλώσει το όνειρο αυτό, ώσπου να αντιληφθεί ότι τις επιλογές του δεν τις ορίζει η ευφυΐα του, αλλά η αδυναμία του όταν αφήνεται στη μοίρα του” “ένα ταξίδι η ζωή του ανθρώπου στο άρωμα της ανασεμιάς του λουλουδιού και της ουτοπίας του στοχασμού. Θυμόμαστε στιγμές που δεν χωράνε σε όνειρα και μνήμες που απομακρύνονται σαν τρένα πάνω σε ράγες… Αλίμονο στους άπονους και στους ασταύρωτους της ζωής. Σ’ όσους δεν έχουν νιώσει το δυνατό της σκίρτημα από του έρωτα τον πόνο. Αυτοί είναι συναισθηματικά νεκροί. Τα πτώματα δεν πονάνε ποτέ”“αργοπεθαίνει η ζωή που απ’ όνειρα αδειάζει”.

Τον περασμένο Ιούνιο επισκέφτηκα την περιοχή του Καρς. Ήμασταν μια παρέα τεσσάρων ονειροπόλων και καταλύσαμε σ’ ένα μικρό πανδοχείο στην ορεινή κωμόπολη του Σαρί Καμίς στα 2000 μέτρα πάνω απ’ τη θάλασσα. Την 3η νύχτα... λίγο πριν τα μεσάνυχτα, ο Γιάννης ο μικρότερος της παρέας, μου λέει, σήκω. Με το αυτοκίνητο μέσα στη σκοτεινιά βγαίνουμε έξω από την πόλη. Μπήκαμε βαθειά μέσα στο δάσος. Το δάσος αυτό , ήταν εκείνο το αρχαίο δάσος, στο οποίο έγινε η μεγάλη μάχη του Σαρί Καμίς, από το Δεκέμβρη του -14 ως το Γενάρη του -15. Ναι εκεί που σκοτώθηκε ο πατέρας του Νίκου, αυτού που αναφέρεται στο βιβλίο.

Κάποια στιγμή σταματήσαμε σ’ ένα ξέφωτο. Τριγύρω μας τα περιγράμματα των θεόρατων πεύκων, ορθώνονταν σαν τις σκιές των προγόνων μας. Μας φάνηκαν σαν να άπλωναν τα χέρια τους στον ουρανό. Κάποια λες και προσπαθούσαν να μας αγγίξουν. Οι ευωδιές του χόρτου και των λουλουδιών μεθυστικές. Από πάνω ο γαλαξίας, τόσο καθαρός και τόσο διαυγής, λαμπρός σαν πυρκαγιά. Έξω οι ήχοι της νύχτας και σιγαλιά. Σταθήκαμε κάμποση ώρα και κοιτούσαμε ζαλισμένοι. Δε μιλούσαμε, μην τυχόν και προσβάλλουμε τη σιωπή… ονειρευόμασταν.

Εκείνη τη στιγμή έζησα πραγματικά. Είδα τ’ αστέρια όπως τα έβλεπαν οι παππούδες μου. Και ήταν τόσο όμορφα!

Μα θα μου πείτε. Τι σχέση έχει αυτή η ιστορία με το βιβλίο; Δεν ξέρω αν έχει. Ένα θα σας πω.

Διαβάζοντας το βιβλίο του Νίκου στο τέλος ένιωσα έτσι ακριβώς, όπως ένιωσα εκείνη τη στιγμή στο δάσος. Ήταν σαν να κλαις απ’ την πολύ ομορφιά. Κάτι σαν ερωτική συγκίνηση…

Έχω κι άλλα όνειρα, πλήθος όνειρα. Όλοι έχουμε όνειρα, πρέπει να έχουμε Θα εκπληρωθούν; Ποιος ξέρει; “αργοπεθαίνει η ζωή που απ’ όνειρα αδειάζει”.

Δάσκαλε, σ’ ευχαριστούμε γι’ αυτό που μας χάρισες.

Σ’ ευχαριστούμε που μας έκανες να ονειρευτούμε!

Δείτε το βίντεο της παρουσίασης του βιβλίου του Νίκου Κωνσταντινίδη «Δακρυσμένα Χώματα» στην Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης 

Το βίντεο της παρουσίασης του βιβλίου του εκπαιδευτικού – συγγραφέα Νίκου Κωνσταντινίδη «Δακρυσμένα Χώματα», που πραγματοποιήθηκε στην Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης το βράδυ του Σαββάτου 15 Φεβρουαρίου 2025, μπορείτε να το παρακολουθήσετε στο ακόλουθο Link