Τύχη αγαθή το έφερε σε ένα ταξίδι, από τα αναρίθμητα στη Γερμανία να τον γνωρίσω. Οι συστάσεις από τον Λευτέρη τον Παπαδόπουλο, μέσα στο αεροπλάνο, παρόντος του αείμνηστου Αντώνη Σαμαράκη, έβριθαν από κοσμητικά επίθετα –τα απαριθμούσε ομοιοκατάληκτα και με εκείνο τον παροιμιώδη τρόπο του ο ποιητής μας- οπότε θα τον συναντούσα προιδεασμένος τον πρόεδρο της Παμποντιακής.

Πρωτόπειρος στα ποντιακά -ο Σεραφείμ Φυντανίδης με έστελνε αναμένοντας ζωντανό δισέλιδο στην «Ελευθεροτυπία»- μέσα στις τόσες γνωριμίες και χαιρετούρες με τους απόδημους Πόντιους, προσπαθούσα να συγκρατήσω ονόματα και πρόσωπα.

Περίμενα υπομονετικά με τον αγαπημένο μου συνάδελφο και φίλο τον Φόρη τον Πεταλίδη, στην είσοδο του ξενοδοχείου να πάρω σειρά να τον χαιρετήσω, μιλούσε με τον Αχιλλέα Βασιλειάδη και τον Κώστα Σιαμίδη, χαριεντιζόταν με τους αείμνηστους προέδρους, τον Χρήστο τον Παπαδόπουλο και τον Γιώργο Τσορακλίδη, οπότε δειλά δειλά, με συστολή και άπειρο σεβασμό στην πανεπιστημιακή του ιδιότητα, του συστήνομαι. «Α! εσύ είσαι ο Γιωργάκης», μου απαντά, «από σήμερα θα είσαι Πόντιος».

Το γλέντι με τσίπουρο, ποντικά εδέσματα και τραγούδι, μετά το μαγικό συναπάντημα των Ποντιακών Συλλόγων της Ευρώπης, όπου μεθήσαμε με τα χορευτικά: λετσίνα, τικ, κότσαρι, διπάτ, σέρρα, σερανίτσα, κ.α, κράτησε μέχρι πρωίας. «Η πίτα εβρουχνίασεν ο πετεινόν εσάπεν τεμέτερον ο Γιωρίκας κάθκαν ημέραν χάται. ./.» Τραγουδούσε ο ένας, ξανάρχιζε ο άλλος. «Η πίτα, ξαν η πίτα, το αλυκόν η πίτα εγώ απ’ ατό πως έφαγα και εκάγα ασή δίψα κανείς νερό κ’ εδώκε εμέν και εκάγα ασή δίψα».

Ατελείωτη εκείνη η πίτα, η απαρχή της γνωριμίας μου με τον πρόεδρο της καρδιάς μας. Από τότε, στα φεστιβάλ της Γερμανίας, στα αντίστοιχα της Παμποντιακής στην Ελλάδα, στα σεμινάρια Ιστορίας και στα συναπαντήματα της Νεολαίας, σμίγαμε και συζητούσαμε για χίλια δυο πράγματα. Πολύ περισσότερο από ένας πρόεδρος, πολύ περισσότερο από ένας πανεπιστημιακός δάσκαλος, στην καρδιά μας μια οικογενειακή σχέση, με την κυρά Φούλα πάντα κοντά του, να μας παρακινεί να πηγαίνουμε για εκκλησιασμό τις Κυριακές στους ναούς της Γερμανίας.

Πάνω από είκοσι χρόνια που γνωριζόμαστε με τον πρόεδρο της καρδιάς μας, διατηρώ στη μνήμη και την καρδιά μου όσα μαζί ζήσαμε, την άσβεστη φλόγα για τον Πόντο που μεταλαμπάδευσε στις νέες γενιές και δεν το κρύβω, καμαρώνουμε οικογενειακώς που μαζί με την κυρά Φούλα μας ….καταπόντισαν.

Αδιαμφισβήτητα, όλη η ζωή του Γιώργου Παρχαρίδη είναι ο Πόντος, τα έργα του αποπνέουν την αύρα της αλησμόνητης πατρίδας. Φοιτητής, γιατρός, πανεπιστημιακός, οικογενειάρχης, σε όλες τις ιδιότητες κυριαρχεί η ποντιακή ταυτότητα. Η ζωή του είναι Ποντιοκεντρική.

Ευτύχησε με την αθόρυβη και διακριτική παρουσία, με την αμέριστη συμπαράσταση της κυρά Φούλας να δώσει την ψυχή του στο όραμά του, να διεθνοποιήσει στα πέρατα της οικουμένης τα ιερά και όσια της γενέθλιας γης. Το πάθος του για τα ποντιακά το κληροδότησε ασίγαστο σε φίλους και συγγενείς. Τη σκυτάλη έχει πάρει ο Στάθης, ανέλαβε το δικό του χρέος απέναντι την Ιστορία.

Για τον Γιώργο Παρχαρίδη ο Πόντος δεν ήταν μέρος της ζωής του, αλλά η ζωή του. Ακόμη και τους συναδέλφους του τους καρδιολόγους, τους κατάφερε να κάνουν ιατρικό συνέδριο στην Τουρκία στέλνοντας τα δικά του οικουμενικά μηνύματα. Θυμάμαι πάντα τη νηφάλια και σοφή του παραίνεση προς τους νεολαίους, μακριά από μισαλλοδοξίες και εθνικιστικές εξάρσεις, με πυξίδα πάντα τη γνώση και την Παιδεία: «Ο πολιτισμός είναι η μοναδική ευκαιρία να επιζήσουμε σήμερα, όπου ο κόσμος έγινε τόσο μικρός και τα εργαλεία της καταστροφής τόσο μεγάλα».

Πολυσχιδής, εμβληματική και οικουμενική προσωπικότητα ο Γιώργος Παρχαρίδης, ένας λαοφίλητος Ανθρώπου. Και συγγραφέας. Έγραψε για τη ποντιακή του καταγωγή. Με την προσωπική του ματιά αφηγείται όλα όσα έζησε στη διάρκεια της πορείας του. Από τα καπνοχώραφα του Πρωτοχωρίου και την Κοζάνη, έφτασε στα ύψιστα αξιώματα της ιατρικής και της καρδιολογίας, και υπηρέτησε τα κοινά των Ποντίων για πέντε δεκαετίες από όλες τις θέσεις ευθύνης που βρέθηκε. Αδιαμφισβήτητα, όλη η ζωή του Γιώργου Παρχαρίδη είναι ο Πόντος.

Παρουσιάσαμε σε πολλές πόλεις το βιβλίο του «Όλη μου η ζωή», μέγιστη τιμή ο συντονισμός των ομιλιών. Του ευχηθήκαμε το βιβλίο να ταξιδέψει σε εύξεινους υπέρπόντιους πλόες, να πυρώσει καρδιές, να φλογίσει συναισθήματα και να ξυπνήσει μνήμες.

Πρόεδρε της καρδιάς μας το Σάββατο θα σου τραγουδήσουμε για τελευταία φορά το αγαπημένο σου: «Η κορ’ επήεν σον παρχάρ…».

Αγαπημένε μας πρόεδρε…