ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ*
Όλη η ζωή του ανθρώπου είναι καμωμένη από σκοτάδι και φως. Από το Απολλώνιο φως της αρχαιότητας, ως το "Δεύτε Λάβετε Φως" της Ανάστασης, το "Άξιον εστί το Φως" του Ελύτη, το «κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός» του Σεφέρη και το «Φως περισσότερο Φως» του Γκαίτε.
Μια μικρή πυγολαμπίδα για να φωτίσει την μαρτυρική ζωή του ανθρώπου, όπως και μια μικρή ηλιαχτίδα είναι αρκετή για να γεννήσει την ελπίδα, μέσα από τα χαλάσματα του πολέμου.
Το νέο μου ιστορικό μυθιστόρημα με τον τίτλο «Ηλιαχτίδα μέσα από τα χαλάσματα» μιλά για τον πόλεμο, τον έρωτα, την ειρήνη, την προσφυγιά, την ανθρωπιά, την αγάπη, την ελπίδα. Για όλα όσα ζυγίζουν την αξία του ανθρώπου με το δάκρυ. Με το καθαρότερο πενταπόσταγμα της ανθρώπινης σκέψης. Δεν υπάρχει τίποτα σε τούτη τη γη, που να έχει μέσα του ψυχή και να μην κλαίει:
Όλα σε τούτη τη φύση έχουν το δικό τους τρόπο να κλαίνε. Τα μαστιχόδεντρα για να μας δώσουν τα αρώματά τους αιμορραγούν. Τα πεύκα για να μας δώσουν τη ρητίνη τους κλαίνε κι αυτά. Κάθε δέντρο μας δίνει το άρωμά του, μέσα από του κορμιού του το δάκρυ.
Δάκρυ είναι και το στύψιμο του ματωμένου συλλογισμού. Είναι το διάφανο πετράδι που βαραίνει σαν δροσοσταλιά το άνθος του έρωτα. «Όποιος γλυτώνει από ένα δάκρυ έναν άνθρωπο, υψώνει ένα μέτρο το μπόι της ανθρωπότητας», λέει ο Ρίτσος.
Πρωταγωνιστές του νέου μου πονήματος είναι τέσσερα αδέρφια, δυο αγόρια και δυο κορίτσια, μιας χριστιανικής οικογένειας που ξεριζώνονται από την πατρίδα τους την Παλαιστίνη και χάνονται μεταξύ τους, στους δρόμους της προσφυγιάς, με τα συνακόλουθα τραύματα.
Ο διωγμός από τα παράθυρα που είδες το πρώτο φως, είναι οδυνηρός. Ο ξεριζωμός από την πατρίδα σου, είναι όπως ο χωρισμός δύο σιαμαίων αδερφών. Το να αφήνεις τη γη που φιλοξενεί τους τάφους και τα κόκαλα των γονιών σου και να περιπλανιέσαι σε μέρη ξένα είναι μισός θάνατος.
Ο αποχωρισμός από την αυλή που έζησες τις πρώτες παιδικές χαρές σου, είναι μαχαιριά στην καρδιά. Κάθε ξεριζωμός είναι κι ένας ξεκορμισμός της ψυχής από το σώμα.
Η πιο βαριά αποσκευή για τη Χανάν, την μικρότερη από τα αδέρφια ήταν η σκέψη, αν ζουν και πού βρίσκονται τα υπόλοιπα αδέρφια της. Στο ζύγι των συλλογισμών της, η σκέψη αυτή βάραινε από όλες πιο πολύ που καμιά άλλη δεν μπορούσε να την ελαφρύνει.
Καθώς απομακρυνόταν από το σπίτι της η Χανάν άκουγε το νερό της βρύσης να την αποχαιρετά στάγδην, σαν να της έλεγε, στη δική του γλώσσα: «Θα είμαι εδώ και θα σε περιμένω. Θα σε περιμένω μέρα και νύχτα, ώσπου να γυρίσεις πίσω. Εκείνο όμως που ήταν πόνος αβάσταχτος ήταν ο θάνατος των γονιών της από ένα βομβαρδισμό, πριν από λίγο καιρό.
Η μικρή Χανάν στου φυγεμού τη στράτα θυμόταν πράγματα οικογενειακά και έπαιρνε κουράγιο από αυτά, αφού η ζωή του ανθρώπου με λίγες στιγμές μνημοσύνης μετριέται. Είναι οι στιγμές που αποτελούν το απόσταγμα όλων των καιρών, φυλαγμένο στο πιο μικρό μυρογυάλι.
Παντού και πάντοτε στη ζωή, το λίγο δίνει αξία στο πολύ. Η πιο μικρή στιγμή που σκίρτησε δυνατά η καρδιά του κάθε ανθρώπου. Η στιγμή που ξεπερνά σε διάρκεια έναν αιώνα. Η σταγόνα που χωρά έναν ολάκερο ωκεανό.
Τα τέσσερα αδέρφια καθώς βάδιζαν σε δρόμους χωριστούς κι άγνωστους αναμεταξύ τους, όταν σταματούσαν για να ξαποστάσουν και να κοιμηθούν τα βράδια, ένιωθαν τον ουρανό, σαν ένα μαύρο μαγνάδι, να πέφτει πάνω τους και να τους πλακώνει.
Τα μεσημέρια όταν ξεκουράζονταν από την ατέρμονη πορεία τους, ο ταξιδιάρης νους έκοβε τα σχοινιά του και ξανοιγόταν στο πέλαγος της πικρής μνημοσύνης.
Χανόταν μέσα στη νερομάνα των οικογενειακών τους αναμνήσεων και στην αλάνα των παιδικών τους παιχνιδιών.
Θυμόνταν στιγμές που μπογιάτισαν τη ζωή τους με το άλικο του ανοιξιάτικου πρωινού, το σκούρο του φθινοπωρινού ουρανού και γέμιζαν με φως και δάκρυα τα μάτια τους. Κι όπως λέει ο Βίκτωρ Ουγκώ, «Τα μάτια δεν βλέπουν καλά τον Θεό, παρά μόνο μέσα από τα δάκρυα».
Στην πορεία προς το άγνωστο, με άλλους συμπατριώτες της η Χανάν, έζησε στιγμές δυσανάλογες για την παιδική ηλικία της. Αγάπησε τον τόπο της, αλλά δεν τον χάρηκε. Λάτρεψε τους γονείς της, αλλά τους έχασε νωρίς. Και πριν χορτάσει την αγάπη γεύθηκε τον πόνο και το δάκρυ.
Πέρασε νύχτες ψυχρές, που ένιωθε το αίμα της να παγώνει. Τ’ άντεξε όμως όλα, όπως αντέχει η γλώσσα στα πιο δυνατά μπαχαρικά, γιατί άρμεγε φως από του φεγγαριού τη λάμψη έβαφε με αυτό στο χρώμα της φλόγας τα όνειρά της.
Μια ατέρμονη πορεία η ζωή του πρόσφυγα στον εξωτερικό και τον εσωτερικό του κόσμο. Ένα ταξίδι στο φως και το σκοτάδι, στην αναβροχιά και στην μπόρα, στη νηνεμία και στην τρικυμία, στους ορίζοντες της φυγής και στα βάθη της ψυχής, όπου το όνειρο συγκρούεται με την πραγματικότητα, στη σκληρή αρένα της ζωής. Μια ανάσα διαρκεί η πιο φωτεινή στιγμή και με ανάσες η ζωή μετριέται, από το λυκαυγές ως το λυκόφως της…
Στην ίδια πορεία μαζί με τη Χανάν και λεχώνες, που θήλαζαν τα βρέφη τους, ενώ βάδιζαν. Κι εκείνα γαληνεμένα στο βυζί της μάνας τους, ρούφαγαν τη ζωή βυζαίνοντας το γάλα της. Κι ύστερα χορτάτα κοιμόντουσαν ήρεμα στην αγκαλιά της.
Η ζωή και ο θάνατος στην ίδια πορεία. Κι αλλού σκυμμένες πάνω στα νεκρά παιδιά τους οι μάνες, δεν ήθελαν να τα αποχωριστούν. Πολλοί από τους συμπατριώτες της Χανάν έμειναν πίσω, γιατί έψαχναν μέσα στα συντρίμμια και τα χαλάσματα μέλη της οικογενείας τους.
Κι όταν, καθώς περπατούσαν, έπιανε ξαφνική νεροποντή, η Χανάν ένιωθε βαριά τα ρούχα επάνω της, αλλά δεν είχε άλλα να φορέσει.
Η μία μέρα διαδεχόταν την άλλη, το ίδιο απαράλλαχτα θυμίζοντας τον στίχο του Αλεξανδρινού ποιητή που λέει: Μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα. Αυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει· είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα. Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει».
Η Χανάν, αν και μόλις δώδεκα χρονών, είχε γερές αντοχές. Πέρασε από έρημες πόλεις και πολύβουες γειτονιές. Διάβηκε από γυμνούς λόφους και διέσχισε ξερά ρέματα. Έζησε του ήλιου την κάψα και του θανάτου την άπνοια. Διήλθε μέρη φοβερά, όπου η φωνή της σιγής του θανάτου ανταμωνόταν με τον ήχο της στερνής ιαχής της μάνας γης, Παλαιστίνης, όπου ο ουρανός αντί για νερό έβρεχε φωτιά και σίδερο.
Η ελπίδα της Χανάν να ανταμωθεί με τα αδέρφια της, για κάθε μέρα που περνούσε μεταβαλλόταν σε ουτοπία. Κάθε πτυχή από την προσφυγική ζωή των τεσσάρων αδερφών, που ξεδιπλώνεται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, αναδεικνύει το μέγεθος του ανθρώπου σ’ όλο του το εύρος, πλέριο από στιγμές φιλαλληλίας και φιλοξενίας, αγάπης και ανθρωπιάς, με αποκορύφωμα τον έρωτα, που κατανικά τα πάντα, γιατί ξεπερνά κάθε θρησκευτική και εθνική διαφορά.
Το τραύμα της απώλειας της πατρογονικής γης, η πίκρα της προσφυγιάς, ο θάνατος των γονιών, με αντίδοτο την αλληλεγγύη και την ανθρώπινη ζεστασιά, η προσπάθεια για την επανένωση της οικογένειας συνθέτουν την πλοκή του μυθιστορήματος με φόντο τη ματωμένη γη της Παλαιστίνης.
Από εδώ και μετά ξεκινά η μυθιστορηματική του πλευρά, με πολλές κι απρόσμενες εξελίξεις, τις οποίες θα ανακαλύψει ο αναγνώστης του βιβλίου…
Αυτό που έχω να προσθέσω κλείνοντας είναι ότι προσφυγιά δεν είναι άγνωστη λέξη για τον Έλληνα. Προσφυγιά είναι οι γιαγιάδες και οι παππούδες μας. Είναι οι άνθρωποί μας που άφησαν πίσω τους τα δακρυσμένα χώματα και ήρθαν στην Ελλάδα, με μια εικόνα κι ένα ευαγγέλιο στο χέρι, από τον Πόντο, τον Καύκασο, τη Θράκη ή την Ιωνία. Από μέρη όπου άλλοτε άνθισε κι ευωδίασε ο ελληνισμός.
Η προσφυγιά δεν εξωραΐζεται ούτε και ωραιοποιείται με λέξεις. Είναι μια χαίνουσα πληγή για όσους την ζούνε. Τα παιδιά της δεν είναι αριθμοί, αλλά ψυχές. Προσφυγιά είναι επίσης οι απόμαχοι της ζωής που αποζητούν τη ζεστασιά του τάφου, όταν έχουν πια πεθάνει και τα όνειρά τους.
Δεκαεννιά χρόνια μετά η κόρη της Χανάν, η Ελπωρή, γεννημένη στην Ελλάδα και γαλουχημένη με τα νάματα της ποντιακής φιλοξενίας, πηγαίνει στη Γαλλία για να σπουδάσει ιατρική… Εκεί βρίσκεται αντιμέτωπη με το μεγαλύτερο δίλημμα της ζωής της, σε μια ιερή διαπάλη ανάμεσα στην καρδιά τον νου. Ποιο από τα δύο θα επικρατήσει στη μάχη αυτή, και πως θα εξελιχθεί η ζωή της, θα το βρείτε στις εσωτερικές σελίδες του βιβλίου…
Ευχαριστώ σας...
*Ομιλία του συγγραφέα του βιβλίου, εκπαιδευτικού Νίκου Κωνσταντινίδη στην παρουσίαση που έγινε στο Κιλκίς το Σάββατο 21 Μαρτίου 2026
Περισσότερα για την βιβλιοπαρουσίαση διαβάστε στο ακόλουθο Link
https://www.efxinospontos.gr/vivlio/12254-sto-kilkis-parousiastike-to-vivlio-tou-nikou-konstantinidi-iliaxtida-mesa-apo-ta-xalasmata