ΤΟΥ ΑΝΕΣΤΗ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ, ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ – ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑ
Εάν είχες την τύχη να συνεργαστείς με την Άννα Θεοφυλάκτου, καταλάβαινες πως το μέγεθος του έργου της ήταν πολλαπλάσιο από τον όγκο του φωτογραφικού αρχείου που είχε διασώσει. Οι χιλιάδες εικόνες της συλλογής μπορεί να κοσμούσαν εκδόσεις για τον Πόντο, όμως η μεγάλη κυρία του ποντιακού ελληνισμού είχε καταφέρει κάτι πολύ σημαντικότερο.
Είχε “ζωντανέψει” τη μνήμη των ανθρώπων, τους είχε δώσει ονόματα. Δεν ήταν κάποια οικογένεια από την Τραπεζούντα το 1900, ήταν η Αλεξάνδρα και ο Άλκης, τα παιδιά τους, ήταν η Ελπίδα και ο Ιορδάνης, τα αδέρφια του Γρηγόρη, η Μαρία που είχε γεννηθεί στην Οδησσό. Εάν είχες και την έμπνευση να τη ρωτήσεις, θα σου έλεγε μέσα σε πέντε λεπτά, ποια ήταν τα παιδιά τους, πότε ήρθαν στην Ελλάδα, που εγκαταστάθηκε ο καθένας, με ποιους παντρεύτηκαν, τι δουλειές έκαναν, τους έρωτές τους, τις ατυχίες τους, τα δικά τους παιδιά και ούτω καθεξής. Χιλιάδες άνθρωποι μέσα στο μυαλό της, τακτοποιημένοι όμορφα σε συρταράκια, με όλες τις χρήσιμες πληροφορίες για τη ζωή τους. Δεν ήταν απλώς ένα ληξιαρχείο με πληροφορίες γενεαλογικές. Η Άννα Θεοφυλάκτου διέθετε το μοναδικό ταλέντο να μπορεί να αναστήσει μια ολόκληρη οικογένεια, μια συνοικία, ένα χωριό, μια επιχείρηση, μια ολόκληρη εποχή!
Κάπως έτσι αισθάνθηκα, διαβάζοντας ένα νέο βιβλίο μιας γυναίκας για την οποία δεν είχα ξανακούσει οτιδήποτε. Και η αλήθεια είναι πως, εάν δεν επέμενε ένας φίλος που τον εκτιμώ, δεν νομίζω πως θα φυλλομετρούσα την εργασία της. “Τεμέρον”, της Ευσταθίας Παναγιωτίδου, εκδόσεις Αφοί Κυριακίδη ΕΚΔΟΣΕΙΣ Α.Ε., Ιανουάριος 2026. Στο βιβλίο της αποτυπώνει την καταγραφή δεκάδων διηγήσεων προσφύγων, κυρίως δεύτερης γενιάς, τις οποίες είχε αρχίσει να συγκεντρώνει από το 1978, δίχως νομίζω να έχει κάποιο συγκεκριμένο σκοπό. Παιδί μεταναστών στη Γερμανία, κατάφερε να σπουδάσει σε γερμανικό πανεπιστήμιο και να γίνει γιατρός. Ξεκινώντας από το χωριό της, τον Στίβο Θεσσαλονίκης, με τους συγγενείς και συγχωριανούς της, συγκέντρωσε με τα χρόνια ένα πλήθος μαρτυριών, ανθρώπων οι οποίοι εντωμεταξύ, οι περισσότεροι έχουν αποβιώσει. Και όταν πέρασαν τα χρόνια και αναρωτήθηκε για τις διηγήσεις που είχε στα συρτάρια της, αποφάσισε -ευτυχώς- να κοινωνήσει τις ιστορίες αυτών των ανθρώπων, να αφήσει τη μνήμη τους στην ιστορία.
Η έκδοση είναι πολύ προσεγμένη. Το αρχειακό υλικό ομαδοποιήθηκε ανά περιοχή καταγωγής των ανθρώπων που διηγούνται -κυρίως από τον Δυτικό Πόντο- ενοποιήθηκε σε ύφος και μεταφέρθηκε με σεβασμό σε εκείνους που εξομολογούνταν για τη ζωή και τους προγόνους τους. Λόγος λιτός, δίχως φιοριτούσες, δίχως το δράμα του ξεριζωμού, τον πόνο από διωγμούς και σκοτωμούς. Ένας βουβός λυγμός, μια συμπυκνωμένη ματιά στα γεγονότα δεκάδων ζωών που περνάνε μπροστά σου, σαν να παρακολουθείς κινηματογραφική ταινία με πολλές εφαπτόμενες ιστορίες. Η Τσόφα, ο Ιορδάνης, η Λεμόνα ζωντανεύουν μέσα στις σελίδες του βιβλίου και μέσα από τις ιστορίες τους παρακολουθούμε την καθημερινότητα και τις αγωνίες τους στην πατρίδα, τους εκτοπισμούς, τον ξεριζωμό, την προσφυγιά, τη στοιχειώδη βοήθεια από την Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων. Οι εκατοντάδες χιλιάδες συμπατριώτες που χάθηκαν στον Πόντο δεν είναι ένα νούμερο, είναι ο πατέρας του Σταύρου, η μητέρα της Μαρίας, η Αναστασία με την κόρη της, την Παρθένα, ο Γιώρ, ο μικρός αδερφός της Ελπίδας.
Όμως η Ευσταθία Παναγιωτίδου με τους πληροφοριοδότες της είναι τίμιοι στην κατάθεση των ιστοριών. Δεν διηγούνται μόνο για τους κακούς Τούρκους που έσπερναν τον τρόμο, που έκαναν ή ανέχονταν κακουργήματα. Μιλάνε και για τους καλούς, αυτούς που προσπαθούσαν, με κινδύνους για τους ίδιους, να βοηθήσουν, να συντρέξουν τους κατατρεγμένους έλληνες συγχωριανούς τους, γράφει και τα δικά τους ονόματα. Καταγράφει ακόμα και διηγήσεις από την εδώ εγκατάσταση, για κάποια δικά μας παλιοτόμαρα που στα χωριά που εγκαταστάθηκαν φέρθηκαν με παρόμοιο τρόπο σε μουσουλμάνους που περίμεναν τη σειρά τους να ξεριζωθούν. Και είναι ακριβώς αυτές οι αναφορές που κάνουν τις διηγήσεις για τα τάγματα εργασίας, για τις δολοφονίες σε πόλεις και χωριά του Πόντου, να είναι αναμφισβήτητες. Η αλήθεια διατρέχει το βιβλίο και το κάνει με τρόπο λυτρωτικό. Η ιστορία, όπως προσωπικά την αντιλαμβάνομαι, είναι, κυρίως, η ιστορία των καθημερινών ανθρώπων και όχι οι πράξεις των πρωθυπουργών, στρατηγών που έπονται.
Νομίζω πως λογοτέχνες με ταλέντο στο θέατρο μπορούν να εμπνευστούν ενδιαφέροντα σενάρια από τις διηγήσεις της Ευσταθίας Παναγιωτίδου. Το σίγουρο είναι πως, παρά τα εκατό χρόνια, η διάσωση της ιστορικής μνήμης για τον Πόντο οφείλει πολλά ακόμα να δώσει.