ΤΟΥ ΑΝΑΝΙΑ ΤΣΙΡΑΜΠΙΔΗ*

Το καλοκαίρι του 1914 η Κυβέρνηση Βενιζέλου υποδέχεται στην Καλαμαριά 3.260 Έλληνες πρόσφυγες προερχόμενους από χωριά του Καυκάσου. Η Επιτροπή Περίθαλψης τους έδειξε μέρη της ελεύθερης Μακεδονίας μας, όπου εγκαταστάθηκαν οι περισσότεροι. Ορισμένοι από αυτούς μετανάστευσαν στην Αμερική, ενώ μερικοί επέστρεψαν στον Καύκασο, όπως συνέβη και με συγγενείς της γιαγιάς μου Άννας Αναστασιάδου από την Ντεμίρ Καπί της Περιφέρειας Γκιόλε του Κυβερνείου Καρς. Δεν τους άρεσε η πολλή ζέστη. Προτίμησαν το ψυχρό κλίμα του Καυκάσου με θερμοκρασίες μέχρι 20 βαθμούς κάτω από το μηδέν και χιόνια για έξι μήνες κάθε χρόνο ύψους μέχρι τρία μέτρα.

«Τ’ οβόν σον ήλον ψέσκεται» δηλαδή «Το αυγό στον ήλιο ψήνεται», ήταν η χαρακτηριστική φράση αυτών.

Από το απολυμαντήριο και τον καταυλισμό της Καλαμαριάς πέρασαν πολλές χιλιάδες προσφύγων Ελλήνων της Ανατολής. Πρώτα οι Καυκάσιοι, μετά οι άλλοι πόντιοι, οι Σμυρνιοί, οι Κωνσταντινουπολίτες, οι Καππαδόκες κ.ά. Περίπου 22.000 από αυτούς πέθαναν από αρρώστιες, κυρίως την ελονοσία και τον τύφο (χαμνία).

«Τσολ κι έρημον Καράμπουρνου, τριγύλ – τριγύλ ταφία. Ανοίξτε και τερέστ’ ατά, όλα Καρσί παιδία» δηλαδή «Καταραμένο κι έρημο Καράμπουρνου, γύρω - γύρω τάφοι. Ανοίξτε και κοιτάξτε τους όλα παιδιά του Καρς».

Έτσι τραγούδησε η μούσα το θλιβερό θανατικό εκείνης της εποχής στην Καλαμαριά.

Αναχωρούν από το Βατούμ στις 3 Ιουνίου 1920 με το πλοίο ΑΡΓΩ 3.550 πρόσφυγες, μεταξύ τους οι περισσότερες οικογένειες του χωριού Κονκ της Γκιόλε. Μαζί τους είναι πολλές οικογένειες Τσιραμπιδαίων. Αυτοί, εκτός της κτηνοτροφίας, ασχολούνταν εκεί και με την υλοτομία. Στην τουρκική το επίθετό μας σημαίνει «οικογένεια ξυλοκόπων».

Πλέοντας κοντά στα παράλια του Εύξεινου Πόντου και μετά από μικρή στάση στην Πόλη φτάνουν στην Καλαμαριά μετά από 6 μέρες. Κατά τη διαδρομή πέθαναν τρία άτομα πάνω στο πλοίο τα οποία έριξαν στη θάλασσα. Τους υποσχέθηκαν πολλά για την Ελλάδα, πήραν όμως λίγα, έλεγε ο παππούς Αλέξης. Οι προερχόμενοι από το Κονκ, παραμονή Χριστουγέννων του 1920 ήρθαν με κάρα στο Δροσάτο Κιλκίς, όπου η Επιτροπή Περίθαλψης τους εγκατέστησε σε κενά σπίτια Τούρκων και Βουλγάρων.

Αναχωρούν από το Βατούμ στις 27 Αυγούστου 1920 με το πλοίο ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 2.150 πρόσφυγες και φτάνουν στην Καλαμαριά στις 3 Σεπτεμβρίου. Μεταξύ αυτών οι υπόλοιπες οικογένειες των Τσιραμπιδαίων από το Κονκ, οι Αναστασιδαίοι από την Ντεμίρ Καπί μαζί τους και η 17χρονη κοπέλα Άννα (η γιαγιά μου), αλλά και άλλες οικογένειες από χωριά της Γκιόλε. Πάνω στο πλοίο πέθανε η 12χρονη αδερφή της Παρθένα, κατάφεραν να την κρύψουν και να την θάψουν στη συνέχεια στα νεκροταφεία Καλαμαριάς. Μια πολύ θεοτικιά γυναίκα, που έβλεπε συχνά στα όνειρά της τον Αϊ Γιώργη, πέθανε κι αυτή πάνω στο πλοίο, καθώς πλησίαζαν στην Καλαμαριά, την έριξαν στη θάλασσα, τα κύματα όμως έβγαλαν στη στεριά το άψυχο σώμα της. Οι υπόλοιποι Τσιραμπιδαίοι, μαζί και η γιαγιά μου Άννα που παντρεύτηκε εδώ στην Καλαμαριά, έμειναν σε στρατιωτικές σκηνές αρχικά και μετά σε ξύλινα παραπήγματα περίπου για επτά μήνες, μέχρι το Πάσχα του 1921. Η Επιτροπή Περίθαλψης τους χορηγούσε συμπυκνωμένο γάλα, ζυμαρικά, όσπρια και ψωμί. Μετά εγκαταστάθηκαν και αυτοί οριστικά στο Δροσάτο Κιλκίς.

«Να δουλεύεις, να τρέχεις, ψωμί να μη χορταίνεις». Ήταν η κατάρα (;) της χήρας μάνας προς την 17χρονη τότε κόρη της Άννα, τη γιαγιά μου, από την οποία ζητούσε να την κρύψει, επειδή δεν ήθελε να μπαινοβγαίνει στο νοσοκομείο. Τελικά, εδώ στην Καλαμαριά πέθανε από τύφο η μητέρα της Συμέλα (52 ετών) και ο 7χρονος αδερφός της Λάζαρος. Ο 4χρονος μικρότερος αδερφός της Γιώργος χάθηκε μέσα στο νοσοκομείο, πιθανόν κάποια νοσοκόμα ή γιατρός να τον υιοθέτησαν. Το 1966 τον αναζητήσαμε μέσα από τη ραδιοφωνική εκπομπή του ΕΕΣ, χωρίς αποτέλεσμα όμως. Επίσης, στην Καλαμαριά πέθαναν η 16χρονη πρώτη ξαδέρφη της Αλεξάνδρα και το ανιψάκι αυτής Φωτεινή σε ηλικία 3-4 μηνών.

Η Άννα παντρεύτηκε νύχτα μέσα σε θάλαμο του καταυλισμού της Καλαμαριάς τον Στέλιο Ιωαννίδη που πέθανε κι αυτός από τύφο μετά από λίγους μήνες στο Δροσάτο. Την άνοιξη του 1922 η Άννα παντρεύτηκε τον παππού μου Ανανία, χήρο με δύο αγόρια που πέθαναν κι αυτά μικρά στα χέρια της (2 και 12 χρονών). Μετά από δύο θανάτους δικών της βρεφών ευτύχησε τελικά να δει δύο αγόρια τον Ευθύμη (1927), τον πατέρα μου και τον Παναγιώτη (1929).

«Πουλόπομ θα κλώσκουμες οπίς, πρωσορινά έρθαμ’ αδά», έλεγε συχνά όταν συζητούσαμε για την πατρίδα. Ήταν η νοσταλγία κάθε πρόσφυγα για τον αλησμόνητο τόπο που γεννήθηκε. Κι ας ήταν τα εκεί σπίτια τους φτωχικά και οι συνθήκες ζωής πολύ σκληρές.

Από την άλλη πλευρά ο παππούς μου Δημήτρης Χαλυβόπουλος ήρθε με την οικογένειά του με πλοίο από το Βατούμ στην Καλαμαριά το 1923. Καταγόταν από τη Σερπίσκια της Αργυρούπουλης. Είχε γνώσεις 4ης γυμνασίου από το ομώνυμο φροντιστήριο, ήταν ψάλτης στην εκκλησία της Πλαγιάς Κιλκίς, όπου εγκαταστάθηκε μετά τον γάμο του. Ήταν πολύ εργατικός, αλλά και νευρικός, έβριζε τα θεία, στεναχωριόμουν όταν τον άκουγα. Η γυναίκα του Αγγελική Γιαννακίδου, ήταν άλλος άνθρωπος μου έκανε όλα τα χατίρια, ήρθε από το Σεγιουτλί της Τσάλκας που βρίσκεται 80 χιλιόμετρα δυτικά της Τιφλίδας. Ήταν 10 αδέρφια, μεταξύ τους οι Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ και με πατέρα τον Αδάμ, δηλαδή όλη η παλιά Διαθήκη.

«΄Ιντσαν κιες άσον συρ’» δηλαδή «Όποιος δεν έχει (πιο σίγουρο φύλλο) πετάει άσο», έλεγε ο παππούς Γιώργος Σερίδης από το Κεσέρ της Γκιόλε, κάθε φορά που έπαιζε ξερή με τον πατέρα μου Ευθύμη (ανεψιό του) και άλλους θείους. Η γυναίκα του Άννα ήταν πρώτη ξαδέρφη του παππού μου Ανανία. Αγράμματη αλλά άφταστη στον τανομένο σορβά, στα κιντέατα και στους γιοφκάδες.

Εργατικότητα, εντιμότητα, σεβασμός και αλληλεγγύη ήταν μερικές από τις αρετές των προσφύγων προγόνων μας. Ρίζωσαν στη νέα πατρίδα δουλεύοντας σκληρά και υπομονετικά. Ταλαιπωρήθηκαν, πέρασαν κακουχίες, στερήθηκαν σωστή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, θυσιάστηκαν για τα παιδιά τους. Ας είναι αιώνια η μνήμη τους.

Ναι, για όλους αυτούς τους προγόνους μας έχουμε ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ να δημιουργήσουμε αυτό το μνημείο μνήμης και τιμής, εδώ που πρωτοπάτησαν την πατρική γη.

Το Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού θα συμβάλλει με κάθε μέσο που διαθέτει για την πραγματοποίηση αυτού του έργου.

*Ο ΑΝΑΝΙΑΣ ΤΣΙΡΑΜΠΙΔΗΣ, είναι Ομότιμος Καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), Πρόεδρος του Ιστορικού Αρχείου Προσφυγικού Ελληνισμού (ΙΑΠΕ) Καλαμαριάς.

Η ομιλία αυτή εκφωνήθηκε το απόγευμα της Παρασκευής 19 Ιουνίου 2020, στην εκδήλωση της Επιτροπής Πρωτοβουλίας, για τη δημιουργία Τόπου Ιστορικής Μνήμης στα Απολυμαντήρια Καλαμαριάς και δημιουργίας Μουσείου. 

Διαβάστε στο site της εφημερίδας ΕύΞΕΙΝΟΣ ΠΟΝΤΟΣ, στο efxinospontos.gr για το πάνδημο αίτημα πλέον η ανακήρυξη των απολυμαντηρίων Καλαμαριάς σε τόσο ιστορικής μνήμης, στο ακόλουθο Link

 https://efxinospontos.gr/eidiseis/6467-pandimo-aitima-pleon-i-anakiryksi-ton-apolymantirion-kalamarias-se-topo-istorikis-mnimis