ΤΟΥ ΕΚΤΟΡΑ ΠΕΧΛΙΒΑΝΙΔΗ, BA, Msc, Πολιτικές Επιστήμες – Διεθνείς Σχέσεις

«Εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης», Ιλιάδα, Μ

Υπάρχει σημαντικός αριθμός πολιτών της Ελληνικής Δημοκρατίας με καταγωγή από τον Πόντο που θεωρούνται ανεπιθύμητοι στην Τουρκία. Πρόσφατα «θύματα» η δρ. Λαογραφίας Ευσταθιάδου Μυροφόρα τον περασμένο Μάιο, η υποψήφια δρ. Ροζαλία Ελευθεριάδου, ο Πρόεδρος της ΠΟΕ κος Γιώργος Βαρυθυμιάδης τον περασμένο Αύγουστο και πρόσφατα τον Οκτώβριο ο τραγουδιστής Αχιλλέας Βασιλειάδης. Μπορεί να δοθεί ερμηνεία και αιτιολογία για αυτά τα επαναλαμβανόμενα συμβάντα; Και εάν ναι, ακολουθούν τη λογική ενός πλαισίου επιφανειακών τακτικισμών κι ελιγμών από πλευράς των Τούρκων ιθυνόντων εξωτερικής πολιτικής ή υπάρχει κάτι ουσιαστικότερο;

Αιτιολόγηση πρώτη, η «εσωτερική κατανάλωση»: Όποιοι διατείνονται και προωθούν το θέμα περί Γενοκτονίας των Ποντίων, αλλά και όσοι έχουν επαφές με κατοίκους στον Πόντο, απογόνους ανθρώπων που έγιναν μουσουλμάνοι τις τελευταίες δεκαετίες της οθωμανικής αυτοκρατορίας και εξαιρέθηκαν της ανταλλαγής των πληθυσμών και μιλούν τα Ρούμτσα (σ.σ. την ποντιακή διάλεκτο), είναι ανεπιθύμητοι για το Τουρκικό κράτος. Ο πρόεδρος της Τουρκίας και το σύστημα που τον στηρίζει προωθούν τη συγκεκριμένη πολιτική των απελάσεων έτσι ώστε α) ο ίδιος να δραπετεύσει από τη δύσκολη πολιτική θέση που βρίσκεται τελευταία δημοσκοπικά ενισχύοντας την πολιτική του εικόνα μέσω εκδήλωσης αποφασιστικών εθνικών ενεργειών, ακόμα και αγνοώντας στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα, συμφωνημένα στον ΟΗΕ, όπως αυτό της ελεύθερης μετακίνησης, για χάρη δήθεν ζωτικών κρατικών συμφερόντων, β) να αποδείξει στις εσωτερικές ακραίες υπερεθνικιστές τάσεις ότι τα εθνικά θέματα τοποθετούνται στην κορυφή των προτεραιοτήτων του προκειμένου να διατηρεί οριακά την ανοχή τους. Αυτή η οριακή ανοχή υποκαθιστά πιθανή αντιπολιτευτική κριτική από ακροδεξιούς κύκλους, γ) να ανακατευθύνει την πολιτική ατζέντα αποσιωπώντας εμμέσως θέματα δυσεπίλυτα για τον ίδιο που αμαυρώνουν την ικανότητά του ως πολιτικού που βρίσκει λύσεις (καλπάζων πληθωρισμός, παγωμένες ενταξιακές διαπραγματεύσεις με ΕΕ, σχέσεις με ΗΠΑ στο χειρότερο δυνατό σημείο). Συνολικά, και σε συνδυασμό με άλλους διεθνείς χειρισμούς (Αιγαίο, Κύπρος, Συρία, Λιβύη, PKK – Ιράκ) το θέμα των απελάσεων μπορεί να ενταχθεί σε ένα πλαίσιο γενικότερης προσπάθειας του Τούρκου προέδρου να παρουσιαστεί στο εσωτερικό ως ο δυναμικός και ανυποχώρητος στα εθνικά θέματα ηγέτης, που υπεραμύνεται των ζωτικών εθνικών συμφερόντων της Τουρκίας.

Αιτιολόγηση δεύτερη, «ο εξωτερικός συμβολισμός»: Η άμεση απέλαση αποτελεί έναν ισχυρό εργαλειακό συμβολισμό για τον Τούρκο πρόεδρο και τις υπό αυτόν τουρκικές αρχές προς γειτονικές περιφερειακές (Ιράν, Ισραήλ) αλλά και παγκόσμιες δυνάμεις (ΗΠΑ, Γαλλία, Ρωσία, Γερμανία) αποδεικνύοντας στη διεθνή κοινότητα ότι: α) σε πείσμα των όσων λέγονται περί της υγείας του και της φυσικής αδυναμίας του να ασκήσει πολιτική στο εσωτερικό και στο εξωτερικό συνεχίζει αποτελεσματικά και αποφασισμένα να υπερασπίζεται τις «δίκαιες» θέσεις της χώρας του, β) εξακολουθεί και είναι ο μοναδικός ισχυρός πολιτικός παίκτης μέσα στην Τουρκία με τον οποίο πρέπει να συνομιλούν οι περιφερειακοί και παγκόσμιοι ηγέτες κρατών, εξαλείφοντας και την παραμικρή υπόνοια περί απώλειας ελέγχου των τουρκικών αρχών – υπηρεσιών – δομών, γ) δίνεται η εικόνα στο εξωτερικό ότι στο θέμα της Γενοκτονίας των Ποντίων η θέση και η πολιτική της Τουρκίας είναι συμπαγής, σταθερή σε βάθος χρόνου, σχηματιζόμενη από ένα αρραγές εσωτερικό μέτωπο από όλο το πολιτικό φάσμα, με πρωτοστάτη και πρωτοεκφραστή τον ίδιο.

Αιτιολόγηση τρίτη, η «διμερής ένταση»: Με την απαγόρευση εισόδου «ανεπιθύμητων» Ελλήνων πολιτών στην Τουρκία οι χαράκτες της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής α) συντηρούν ένα κλίμα έντασης με την Ελλάδα, β) σε συνδυασμό και με άλλες ενέργειες (ερευνητικό Oruc Reis, προσφυγικό στον Έβρο, παραβιάσεις FIR Αθηνών, παρενοχλήσεις ελληνικών αλιευτικών) στέλνουν το πολιτικό μήνυμα στην ελληνική πλευρά ότι προκειμένου να πάψει να καλλιεργείται αυτή η μακρά ένταση, η οποία είναι βλαπτική σε βάθος χρόνου και για τις δυο χώρες, απαιτείται η προσφυγή στη Χάγη σε διμερές επίπεδο αναφορικά με ένα πακέτο αμφισβητούμενων ζητημάτων και όχι μόνο για το θέμα της υφαλοκρηπίδας (αποστρατικοποίηση νήσων, ΑΟΖ, FIR, γκρίζες ζώνες, δικαιώματα έρευνας και διάσωσης, δικαιώματα ενεργειακών ερευνών).

Τρεις ερμηνείες. Τρεις αλληλοσυνδεόμενες οπτικές που κινούνται αναλυτικά είτε στο επίπεδο των διπλωματικών και πολιτικών ελιγμών είτε των πολιτικών τακτικισμών του Τούρκου προέδρου προκειμένου να εξυπηρετήσει συμφέροντα του ιδίου ή του συστήματος που βρίσκεται υπό τον έλεγχό του. Αντικειμενικά εξεταζόμενες σαφώς και είναι αληθείς οι προαναφερόμενες αναλύσεις. Ίσως υπάρχει όμως και μία άλλη ερμηνεία που τοπικά εκτείνεται πέραν των τουρκικών συνόρων και χρονικά διεισδύει στην Ιστορία ξεδιπλώνοντας ένα τμήμα της στρατηγικής της Τουρκίας. Και αυτή η ερμηνεία ονομάζεται γεωπολιτισμός.

Την τελευταία δεκαετία η Τουρκία έχει ενεργοποιήσει ένα σχέδιο με το οποίο προσπαθεί να καταστεί περιφερειακή δύναμη στην περιοχή Μέσης Ανατολής και Ανατολικής Μεσογείου. Και συνέβη αυτό επειδή ανάγνωσε το κενό ισχύος που άρχισε να διαφαίνεται με το αδιέξοδο των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν και γενικότερα στη Μέση Ανατολή από τα τέλη της δεκαετίας του 2000 προσβλέποντας στη μελλοντική τους αποχώρηση, όπως και συνέβη τους προηγούμενους μήνες. Ένα από τα εργαλεία υλοποίησης αυτού του σχεδίου είναι η πολιτισμική συνέχεια με όχημα την οθωμανική αυτοκρατορία, δηλαδή η άσκηση επιρροής σε πληθυσμούς εκτός τουρκικών συνόρων με κατά βάση κοινή θρησκεία και κοινή γλώσσα ή έστω συγγενείς διαλέκτους. Επιθυμητή τελική κατάσταση είναι ο σχηματισμός μίας «κοινής» πολιτισμικής ζώνης σε σχήμα τόξου ξεκινώντας από χώρες τις Κεντρικής Ασίας (Τουρκμενιστάν, Αζερμπαϊτζάν), συνεχίζοντας στο πολιτικό κέντρο (την ίδια την Τουρκία) και καταλήγωντας σε χώρες των Δυτικών Βαλκανίων (Αλβανία, Κόσοβο, Βοσνία). Αυτή η πολιτισμική ζώνη θα αποτελείται από πληθυσμούς με μια κοινή αίσθηση καταγωγής, παραδόσεων, θρησκείας, γλώσσας και κουλτούρας που θα αντλεί την ομοιομορφία της από το Οθωμανικό παρελθόν. Στοιχείο κλειδί της σύλληψης είναι το γεγονός ότι αυτοί οι πληθυσμοί θα διαμένουν μόνιμα στις προαναφερθείσες χώρες, όντας πολίτες αυτών των χωρών με πλήρη δικαιώματα, δίνοντας όμως στην Τουρκία μέσω της αποδοχής αυτών στο πρόσωπό της ως «μητέρας – πατρίδας» την ικανότητα έμμεσων παρεμβάσεων στα συγκεκριμένα κράτη ή σε γενικές γραμμές άσκησης επιρροής πέραν των συνόρων της, καθιστώντας τον εαυτό της περιφερειακή δύναμη στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής - Βαλκανίων.

Αυτός ο στόχος αφενός δεν έχει επιτευχθεί προς το παρόν αφετέρου διαφαίνεται εξαιρετικά φιλόδοξος, αν λάβουμε υπόψη τα πενιχρά αποτελέσματα του εγχειρήματος που τοποθετεί την Τουρκία ως προστάτιδα δύναμη των απανταχού μουσουλμάνων της Μέσης Ανατολής, με κυριότερο εργαλείο τους Αδελφούς Μουσουλμάνους. Από την άλλη, δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς το γεγονός ότι η Τουρκία προσπαθεί να πατρονάρει, με θεμιτούς και αθέμιτους τρόπους, ανομοιογενείς πληθυσμούς διαμένοντες εκτός Τουρκίας στη Βαλκανική και στη Μέση Ανατολή προωθώντας την ιδέα της ιστορικής και πολιτισμικής τους ομοιογένειας.

Επιπρόσθετα, η περιοχή του Εύξεινου Πόντου ανέκαθεν αποτελούσε για αυτήν πηγή ισχύος επειδή αφενός συνδέει τη Μαύρη Θάλασσα με τα Στενά αφετέρου αποτελεί γεωπολιτικό, γεωοικονομικό και γεωστρατηγικό πέρασμα από Βορρά προς Νότο και από Ανατολή προς Δύση. Η αναγνώριση μιας Γενοκτονίας, και μάλιστα της υπερπολύτιμης περιοχής του Πόντου, συνιστά για αυτήν εμπόδιο στην εφαρμογή του προαναφερθέντος σχεδίου. Διασπά την συνέχεια της πολιτισμικής ζώνης και καταρρίπτει το αφήγημα της συγκολλητικής ουσίας του Οθωμανισμού. Η Γενοκτονία των Ποντίων αποκαθιστά την ιστορική αλήθεια και όχι αυτήν που προσπαθεί να κατασκευάσει το τουρκικό αφήγημα περί συμπαγούς γεωπολιτισμού. Αποκαλύπτει ότι υπήρχαν ιστορικά διάφοροι διεσπαρμένοι πληθυσμοί εντός του μωσαϊκού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που δημιούργησαν στέρεα ριζωμένους «έτερους πολιτισμούς» στο βάθος των αιώνων με «έτερες συγκολλητικές ουσίες».

Το τουρκικό κατεστημένο δεν νιώθει ότι απειλείται από τους συγκεκριμένους Έλληνες πολίτες που χαρακτηρίζει ανεπιθύμητους ούτε θίγεται η εθνική ασφάλειά του από αυτούς. Αυτή είναι μια ρηχή ανάγνωση των πραγμάτων. Θεωρεί όμως ότι όσο υπάρχουν άνθρωποι που διατηρούν τον πολιτισμικό δεσμό του Ποντιακού Ελληνισμού με τις αλησμόνητες πατρίδες, όσο διεκδικείται διεθνώς η αναγνώριση της Ποντιακής Γενοκτονίας, τόσο θα αποδομείται η προσπάθεια υλοποίησης του τουρκικού σχεδίου γεωπολιτισμικής ενοποίησης που προαναφέραμε.

Οι πατρίδες δεν είναι χαμένες, είναι αλησμόνητες. Χάνονται μόνο όταν λησμονηθούν. Αυτή είναι η ουσία του πολιτισμού που συνυφαίνεται με το παρελθόν και το μέλλον: φανερώνει τις ρίζες και αποκαλύπτει, ως πνευματικό φως, τρόπους προσωπικής και συλλογικής εξέλιξης και βελτίωσης με αντικειμενικό σκοπό τον «ευδαίμονα βίο». Ο Ποντιακός Ελληνισμός είναι αδύνατο να κόψει δεσμούς με την πατρώα γη. Όχι για λόγους συγκρουσιακούς με την Τουρκία, γεωπολιτικούς κ.λπ., αλλά πρωτίστως επειδή το οφείλει πολιτισμικά στον εαυτό του, στους προγόνους και στους απογόνους του. Δυστυχώς οι ιθύνοντες της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής δεν δείχνουν ικανοί να αντιληφθούν με τον συγκεκριμένο τρόπο την έννοια του πολιτισμού και πιο συγκεκριμένα του Ελληνικού Πολιτισμού, που κατεξοχήν είναι ο πολιτισμός της σχέσης, της αναλογίας, του μέτρου και του «καλού καγαθού». Αντιθέτως κατανοούν την πραγματικότητα με όρους σύγκρουσης, επέκτασης, κατάκτησης και κυριαρχίας.