ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ*

Λίγο μετά το Βεζίρκϊοπρού αφήσαμε την κεντρική δημοσιά. Μόλις πιάσαμε τον επαρχιακό δρόμο, ζήτησα από τον ταξιτζή, να κάνει μια παράκαμψη σ’ έναν χωματόδρομο, που θα συναντούσαμε στ’ αριστερά μας μετά από πέντε περίπου χιλιόμετρα. Εκεί λίγο πιο έξω από το χωριό του Εσέν πάνω σ’ έναν λόφο, έπρεπε λογικά να υπάρχει ένας παλιός λαξευτός τάφος, ή κάτι σαν υπόσκαφο σπήλαιο.

Η γιαγιά μου διηγούταν συνεχώς την ιστορία του και το δράμα που παίχτηκε σ’ αυτό το σπήλαιο - τάφο. *Παφλαγονούν Μα(γ)αρά* (Σπηλιά των Παφλαγόνων) το αποκαλούσε.

EFXINOS.PONTOS.IANOYARIOS.2022.SIDHROPOYLOS.BASILIS.PON 2001 018 CMYK 1

-Γιάβρουμ (μωρό μου) Βασιλάκη, μια μέρα όταν θα πας στην Πατρίδα μου, να θυμάσαι ότι λίγο πιο πέρα από το χωριό μου υπάρχει μια σπηλιά σκαμμένη σ’ έναν λόφο γεμάτη πεύκα. Έχει μπροστά στην είσοδό της τρεις μεγάααλες κολώνες. Είναι τάφος Παφλαγόνων βασιλιάδων, όπως έλεγαν οι παππούδες των παππούδων μας σ’ αυτούς και οι παππούδες μας σ’ εμάς και συνέχιζε.

EFXINOS.PONTOS.IANOYARIOS.2022.SIDHROPOYLOS.BASILIS.PON 2001 018 CMYK 2

-Εκεί κρυφτήκανε γυναικόπαιδα και γέροι απ’ τα γύρω χωριά, όταν μας κυνηγούσανε οι Κούρδοι και οι Λαζοί τσέτες του Τοπάλ Οσμάν, που είχανε έρθει από την Κιρεζούν (Κερασούντα). Την αδελφή μου την Ήρινα και τον πατέρα μου τον Βασίλ Σαρικίζογλου εφέντη, που δεν προλάβανε να κρυφτούνε, τους πιάσανε μαζί με καμιά εικοσαριά ακόμα γυναίκες από το Σοουγ(χ) Τσάχ και το Σεϊχ Σιρίν. Στην πορεία όπως τους οδηγούσανε προς το Βεζίρκϊοπρου, η Ήρινα μπόρεσε να ξεφύγει μεσ’ από τα χέρια τους λίγο μετά από το χωριό του Τσάϊ Κουνεγϊ (Παραπόταμος), τρυπώνοντας σαν φίδι μέσα σε κάτι καλαμιές και βάτα και κούρνιασε εκεί, μέχρι που σκοτείνιασε. Οι Τσέτες όμως γιάβρουμ, περνώντας από το χωριό του Χαλκάχαβλ(ι)ου, μάθανε από ρουφιάνους Σουνίτ Μουσουλμάνους, ότι παραδίπλα στην σπηλιά του Παφλαγονούν Μα(γ)αρά είχανε κρυφτεί κάμποσα γυναικόπαιδα από τα τριγύρω Ουρουμλίδικα χωριά. Όταν φτάσανε εκεί, τα βρήκανε μέσα στην σπηλιά κι’ σπρώξανε μέσα με τη βία τις γυναίκες, τα παιδιά και τους γέρους που είχανε πιάσει. Πρώτα όμως τους βάλανε να μαζέψουνε και να στοιβάξουνε πευκοβελόνες, ξερόκλαδα και πουρνάρια στην είσοδό της, τα δώσανε φωτιά και τους πνίξανε όλους με τους καπνούς. Όσοι προσπαθήσανε να βγούνε για να γλυτώσουνε, καήκανε από τις φωτιές, ή τους πετσοκόψανε με τα μαχαίρια τους. Αυτά τα είπανε μετά κάτι Μπεκτασήδες από το χωριό του Αχμέτ Μπαμπά στους δικούς μας αντάρτες, που είχανε τα λημέρια τους ψηλά απάνω στο βουνό του Ταφσάν - Νταγ (Βουνό των Κουνελιών).

Και καθώς διηγούνταν ολ’ αυτά τα γεγονότα, ερχόντανε ξανά και ξανά στην θύμησή της, μπούκωνε το λαρύγγι της, έκλαιγε με αναφιλητά και την έπνιγαν γοεροί λυγμοί...

H δημοσίευση στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας ΕύΞΕΙΝΟΣ ΠΟΝΤΟΣ, στο φύλλο Ιανουαρίου 2022, τεύχος 294.