Σταχυολογήματα από τον βίο και το έργο τους

ΤΟΥ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ ΦΑΧΑΝΤΙΔΗ*

Αισθάνομαι κατ' αρχήν την ανάγκη να συγχαρώ τον πρόεδρο και το Διοικητικό συμβούλιο της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης για την πνευματική δράση τους και να ευχαριστήσω για την τιμητική πρόσκληση τους, να μιλήσω λαμπρή εορτή στη μνήμη των τριών Ιεραρχών, των αιωνίων φωστήρων της πίστης μας και προστατών των Ελληνικών γραμμάτων.

Θα ήθελα να αιτιολογήσω την αναφορά μου σ' ένα θέμα θεολογικό, που την πρώτη θέση και τον πρώτο λόγο έχουν οι κληρικοί και οι θεολόγοι. Έχοντας επίγνωση αυτής της προτεραιότητας, νομίζω ότι στην συνέχεια σειρά έχουν, και νομιμοποιούνται να αναφερθούν, οι ιατροί και οι εκπαιδευτικοί. Υπό αυτή την διπλή ιδιότητα θα προσπαθήσω να προσεγγίσω το θέμα.

Εξάλλου την ιδιότητα του ιατρού εδιάλεξε ο Κύριος κατά την επίγεια παρουσία του, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στις Πράξεις των Αποστόλων: ευεργετών και ιώμενος πάντας τους καταδυναστευμένους» και πάλιν όταν ο Κύριος έστειλε τους μαθητές του να διδάξουν τους είπε: «Ασθενούντας θεραπεύετε, λεπρούς καθαρίζετε, νεκρούς εγείρετε, δαιμόνια εκβάλλετε, δωρεάν ελάβετε δωρεά δότε» Αλλά μην ξεχνούμε ότι ο ένας από τους τρεις Ιεράρχες που τιμούμε, ο Βασίλειος, ήταν γιατρός.

Από την θέση αυτή ένας σύγχρονος Πατέρας αναφερόμενος στο έργο των τριών Ιεραρχών, είπε ότι αυτό είναι σαν την προσπάθεια που κάνει κανείς με γυμνό οφθαλμό να διερευνήσει τον ήλιο. Και συνέχισή με το παράδειγμα του Αγίου Γρηγορίου: «από το ποτάμι μπορείς να ξεδιψάσεις αλλά δεν μπορείς να το πιεις όλο, δεν είναι δυνατόν».

Πράγματι, εκείνος που αποτολμά να μιλήσει για τους τρεις Ιεράρχες βρίσκεται μπρος σε ανυπέρβλητες δυσκολίες. Όχι για το τι πρέπει να πει αλλά για το τι επιτρέπεται να παραλείψει, από μία ζωή τόσο υποδειγματική, μία ενεργητικότητα τόσο πολύπλευρη και μία συγγραφική παραγωγή τόσο πλούσια όχι ενός, αλλά τριών ανδρών που αναδείχθηκαν τιτάνες του πνεύματος και της αρετής.

Αυτές ακριβώς τις έννοιες και τα μεγέθη εκφράζει και το απολυτίκιο τους, που ψάλλεται ένα συμπυκνωμένο κείμενο μεγάλου ειδικού βάρους και πνευματικού φορτίου.

Ωστόσο, θα προσπαθήσουμε να σταχυολογήσουμε, μέσα στα όρια του επιτρεπτού μερικά ψήγματα από τον μοναδικό θησαυρό που μας άφησαν.

Οι τρεις Ιεράρχες δεν είναι απλώς κάποια πρόσωπα της ιστορίας της Εκκλησίας μας, ούτε μόνο λόγιοι και λογοτέχνες, φιλόλογοι ή φιλόσοφοι, αλλά δυνατά πνεύματα και «φωστήρες της τρισηλίου θεότητος». Με θαυμαστή πολυμέρια γνώσεων και καταπληκτική μόρφωση, νου και ψυχής.

Στο σημείο αυτό εύλογα τίθεται το ερώτημα, πού άραγε οφείλεται και πώς ερμηνεύεται το φαινόμενο αυτό που εμφανίζουν οι τρεις Ιεράρχες;

TREIS.IERARXES.MHTERES

Έχει λεχθεί και έχει γραφεί, ότι, οι τρεις Μεγάλοι Ιεράρχες οφείλουν την λαμπρότητά τους στις λαμπρές μητέρες τους, γιατί πίσω τους, δίπλα τους, και μέσα τους υπήρχαν τρεις άγιες ηρωίδες, ευλογημένες μητέρες, η Εμμέλεια, η Ανθούσα και η Νόννα.

Εκφράζοντας ιδιαίτερη τιμή στην μητέρα παιδαγωγό θα προτάξουμε στην αναφορά μας την ομολογία και επιβεβαίωση που δίνουν οι ίδιοι οι Ιεράρχες, για τις σεπτές μητέρες τους. Εκείνες από τις οποίες εβλάστησαν ως «άνθη μυρίπνοα του Παραδείσου» οι τιμώμενοι μεγάλοι και πολύφωτοι αστέρερς, του νοητού στερεώματος της Εκκλησίας μας.

Τί λέγει ο Μ. Βασίλειος για την μητέρα του; «Ήμάς έτι νηπίους όντας έπλαττε καί έμορφου τοΐς τής εύσεβείος διδάγμασι» και συνεχίζει «Αυτήν την πίστην την όποια έλαβον παρά της μητρός μου και της μάμμης μου (Μακρίνας) την συνεπλήρωσα με την πάροδον του χρόνου, χωρίς να προσθέσω τίποτε το διαφορετικό από τας διδασκαλίας της ’Ορθοδόξου πίστεως, τας όποιας παρ' εκείνων έλαβα» και το «όντως αγαθής ρίζης αγαθόν βλάστημα» αναφέρεται στην μητέρα του.

Τί γράφει ο Γρηγόριος για την μητέρα του Νόννα; Μας πληροφορεί ότι ήταν «άνωθεν και έκ προγόνων καθιερωμένη Θεω. Και δεν έκράτησε διά τον έαυτόν της μόνον την ευσέβειαν, άλλ' ήσθάνθει την υποχρέωσιν να την παραδώσει ως κληρονομιάν εις τούς έξ αυτής γεννηθέντας. Έναν μόνο πλούτον έθεώρει ασφαλή και ασύλλητον, το να άφιερώνει τας δυνάμεις της και τα άγαθά της εις τον Θεόν και εις τούς πτωχούς; Δι’ αυτήν η προσευχή ήτο η πρώτη κίνησις της κατά το άνοιγμα της ημέρας». Αλλά και στο ποίημά του που αναφέρεται στην ζωή του, με πολλή χάρη ο Γρηγόριος ομιλεί για τον πατέρα του και την μητέρα του «Τύπους γάρ είχον τους αρίστους οίκοθεν». Να που αποδίδει την ανατροφή του στα άριστα πρότυπα των γονέων του.

Όσον αφορά τον Χρυσόστομο την ανατροφή του επιμελήθηκε η ευσεβής και ενάρετη μητέρα του Ανθούσα, η οποία εχήρευσε λίγο μετά την γέννησή του σε ηλικία 20 ετών. Τον χαρακτήρα της μητέρας του και τους κόπους για την ανατροφή του περιγράφει ο Ιερός Χρυσόστομος εις το τμήμα, του περί Ιεροσύνης λόγου του. Πρόκειται για ένα κείμενο ισχυρού συναισθηματικού φορτίου που συγκινεί και τον πλέον αδιάφορο. Ας δούμε μερικά αποσπάσματα.

«Γιατί μόλις μ' επήρεν είδησιν η μητέρα μου, ότι σκεπτόμουνα να φύγω με τον Βασίλειο εις την έρημον μ' επήρεν από το χέρι και μ' έμπασεν στο διαμέρισμα του σπιτιού μας που ήτανε προορισμένο γι' αυτήν, και αφού πρώτα μ' έβαλε να καθίσω κοντά της επάνω στο κρεββάτι που μ' εγέννησε, άφησε να κυλούν ποτάμι τα δάκρυά, της και τα συντρόφευε με λόγια που ήταν σπαρακτικότερα κι απ' τα δάκρυα, τέτοια περίπου λέγοντας μου με λυγμούς...», και συνεχίζει ο Χρυσόστομος περιγράφοντας τον σκληρό αγώνα και τις προσπάθειές της μητέρας του για την ανατροφή και παιδεία του με απέραντη αγάπη και καταλήγει «Αλλά περίμενε το θάνατό μου ίσως να φύγω σε λίγο καιρό από τον κόσμο. Όταν λοιπόν με παραδόσεις στη γη και με σμίξεις με τα οστά του πατέρα σου, φύγε για τις πιο μακρινές αποδημίες και ταξίδεψε σ' οποιαδήποτε θάλασσα λαχταρίσεις. Όσον καιρό όμως είμαι στη ζωή σε ικετεύω να υπομείνεις να ζεις κοντά μου. Γιατί κανένας άλλος δεν υπάρχει, που να 'χει για την ευτυχία σου την ίδια με μένα λαχτάρα».

Αυτές και άλλες πληροφορίες έχουμε από τους ίδιους τους Ιεράρχες για τις μητέρας τους και σ' αυτές αποδίδουν την λαμπρή ανατροφή τους, μετά τον Θεό.

Φρουροί με αγγελικές δυνάμεις. Γυναίκες με υπομονή, βυθισμένες στην προσευχή. Με πνευματική ζωή και ευσέβεια. Έβαλαν στα χέρια των παιδιών τους την Αγία Γραφή αλλά και άνοιξαν τους ορίζοντες για γνώση και μόρφωση στην Αθήνα στην Συρία και όλο τον τότε κόσμο.

Ότι γι’ αυτό κάποιος μελετητής φθάνει στο σημείο. να προτείνει (τις εικόνες αυτών, μιας Ανθούσας, μιας Νόννας και Εμέλειας, παρά τις εικόνες των τριών Ιεραρχών πρέπει να αναρτήσουμε στα Σχολεία, στα σπίτια μας και στις ψυχές μας.

Οι ίδιοι οι Πατέρες στα συγγράμματά τους ομολογούν και διατυμπανίζουν στις επόμενες γενιές την υψίστη και μεγάλη δύναμη, την οποία έχει η συνεργός του Θεού που λέγεται Μητέρα. Χριστιανές μητέρες που λαξεύουν ψυχές και εμπνέουν ιδανικά.

Η μητέρα - παιδαγωγός, πολύτεκνη και καλλίτεκνη. Αυτή που πέρα από τις γνώσεις δίνει και τη σοφία. Γιατί όπως και ο Χρυσόστομος έλεγε: «Ού το τεκνείν ποιεί μητέρα, άλλα το θρέψαι καλώς...» την μητέρα δεν την κάνει η γέννηση αλλά η καλή ανατροφή. Και ο ίδιος πάλι συμπληρώνει: «Νόμισον αγάλματα χρυσά έχειν επί της οικίας τό παιδία, καθ' έκάστην ημέραν αυτά ρύθμιζε καί περισκόπτει μετ' άκριβείας και παντί τράπω την ψυχήν αυτών κατακόσμει και διάπλαττε».

Η κοινή γιορτή των τριών μεγάλων Πατέρων καθιερώθηκε από τα τέλη του 11ου αιώνα με σκοπό να σταματήσουν οι φιλονικίες σχετικά με το ποιος των Αγίωνι είναι ανώτερος, ο Μ. Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος ή ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος και στα νεώτερα χρόνια καθιερώθηκε σαν γιορτή των Γραμμάτων και γενικά της Παιδείας.

Το ηθικό και πνευματικό τάλαντο του καθενός από τους τρεις Αγίους δεν ήταν βέβαια εντελώς το ίδιο, φιλοσοφικότερος και αλύγιστος στην άμυνα ο Βασίλειος. Θεολογικότερος και ποιητικότερος ο Γρηγόριος - Ευγλωττότερος και ηγέτης τολμηρότερος ο Χρυσόστομος.

Αλλά και οι τρεις είχαν; σε μεγάλο βαθμό ειλικρινή και θερμή πίστη. Υπέρλαμπρη ευγλωττία, Μεγάλη παιδεία, Πλήρη αφοσίωση στην σημαία της Ορθοδοξίας, Αγάπη στο ποίμνιο, Αφοβία στους άρχοντες, Ανεξάντλητη φιλανθρωπία, Διαρκή νηφαλιότητα, Άμεμπτη σωφροσύνη, συνεχή αγώνα για τη σωτηρία της ψυχής και το θρίαμβο της βασιλείας του Θεού.

Ο Βασίλειος, ο Γρηγόριος και ο Χρυσόστομος λάμπουν μέσα στους αιώνες και αποδεικνύουν, ότι τα μεγάλα πνεύματα γνωρίζουν να συνδέουν την εφήμερη σοφία του κόσμου με τη βαθύτερη και αληθινή πίστη του Σωτήρα μας Χριστού. Ο δε ελληνισμός έχει αθάνατο καύχημα το ό,τι από τα σπλάχνα του βγήκαν αυτοί οι μεγάλοι φωστήρες που κατόρθωσαν την σύζευξη του ελληνισμού με την Ορθοδοξία.

Γιατί αυτές, οι τρεις γιγάντιες πνευματικές μορφές είναι, που με τη σοφία, σύνεση και παρρησία όρθωσαν το ελληνοχριστιανικό οικοδόμημα, αυτοί που στήριξαν και υποστήριξαν το δίπολο του Ελληνισμού και Ορθοδοξίας όπως βιώθηκε στο Βυζάντιο και αναβιώθηκε στο Νέο Ελληνισμό, ώστε ο Ελληνισμός και η Ορθοδοξία να αποτελούν δυο πόλους περί τους οποίους στρέφεται η Ελληνική Παιδεία και ο Ελληνισμός όπου γης.

Για να εκτιμηθεί όμως το γεγονός αυτό της σύζευξης σωστά, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι μέχρι σχεδόν τον 3° μ.Χ. αιώνα Χριστιανισμός και Ελληνισμός ήταν έννοιες αντιφατικές και ασυμβίβαστες.

Εκείνη την εποχή «Έλληνας» για τους χριστιανούς σήμαινε ακόμα «Ειδωλολάτρης», οι διάφορες αντιλήψεις που τους χώριζαν φαινόταν αγεφύρωτες.

Η ελληνική πρακτική του «κατά κόσμον ζην» συγκρουόταν ολοσχερώς με το «κατά Θεόν ζην» του Χριστιανισμού.

Γενικά τους τρεις πρώτους αιώνες Έλληνες και Χριστιανοί, το θρησκευτικό κατεστημένο από την μία και οι αγωνιστές της νέας θρησκείας από την άλλη, βρίσκονται σε ανοιχτή διαμάχη.

Ό,τι είναι σοφία για τους Έλληνες είναι μωρία για τους Χριστιανούς «'Ημείς κηρύσσομεν Χριστόν εσταυρωμένον. Ιουδαίοις μεν σκόνδαλον, έθνεσι δε μωρεία» λέει ο Απόστολος Παύλος.

Έτσι έχουν τα πράγματα μέχρι τον 4° αιώνα, όταν λαμβάνουν χώρα δυο κοσμοϊστορικά γεγονότα για την θρησκεία και τον πολιτισμό της Δύσης: πρώτον η αναγνώριση του Χριστιανισμού, ως επίσημης θρησκείας του Βυζαντίου επί Μ. Κωνσταντίνου και δεύτερον η υπέρβαση της αντιθέσεως Ελληνισμού και Χριστιανισμού από τους τρεις Μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας μας Βασίλειο, Γρηγόριο και Ιωάννη.

Αυτό το κοσμοϊστορικό γεγονός της σύζευξης Ελληνικής παιδείας και Χριστιανικής θρησκείας που επιτυγχάνεται κυρίως από τους τρεις Μεγάλους Πατέρες έχει πολλαπλές προεκτάσεις:

α. Εδραιώνει μια για πάντα τη συμπόρευση Ελληνισμού και Ορθοδοξίας στον Ελληνικό χώρο, σφραγίζοντας τη φυσιογνωμία του Βυζαντίου και της συνέχειας του Νεοτέρου Ελληνισμού.

β. Περνάει μέσα στην Εκπαίδευση των Ελλήνων την σύζευξη Ελληνικής Παιδείας και Ορθόδοξης Χριστιανικής διδασκαλίας.

γ. Συνδέει παντοτινά την Εκκλησία με τα Ελληνικά γράμματα ξεκαθαρίζοντας ότι πίστη στον Χριστό και στα διδάγματα της Ορθόδοξης διδασκαλίας δεν αντιστρατεύονται την παράδοση, στις επιστήμες, τις τέχνες και στα γράμματα που εδημιούργησε ο Ελληνικός στοχασμός.

Μέσα από το πνεύμα αυτό, ο αγράμματος μοναχός που αντιγράφει νυχθημερόν στα βυζαντινά Μοναστήρια Χειρόγραφα των αρχαίων κειμένων, διασώζοντάς τα, από τον αφανισμό, αισθάνεται Έλληνας Χριστιανός στρατιώτης του Χριστού που διασώζει την Εθνική πνευματική κληρονομιά των προγόνων του για την οποία και ο ίδιος αισθάνεται υπερήφανος.

Πράγματι, στο σημείο αυτό, θα μου επιτρέψετε να αναφερθώ σε μία προσωπική εμπειρία, όταν νεαρός φοιτητής στην δεκαετία του '60 επισκέφθηκα για πρώτη φορά το Άγιο Όρος, στην Μονή Διονυσίου, ο τότε μακαριστός ηγούμενος Γαβριήλ ο Διονυσιάτης, μια βιβλική μορφή, το πρώτο που με ρώτησε ήταν αν γνωρίζω τον Όρκο του Ιπποκράτη. Δυστυχώς η απάντησή μου ήταν αρνητική διότι νέος ακόμη δευτερεοετής φοιτητής δεν τον γνώριζα. Τότε, ο Γέροντας μου είπε: «.είναι ένα διαχρονικό κείμενο απέραντης ηθικής αξίας. Τα λόγια αυτά του Γέροντα με συνόδευαν πάντα και όταν αργότερα έχω εντρυφήσει στο κείμενο αυτό διαπίστωσα πράγματι, εάν αφαιρέσουμε τους πρώτους στίχους που αναφέρονται στην επίκληση του Απόλλωνα και των άλλων θεών, το υπόλοιπο κείμενο είναι εφάμιλλο των Χριστιανικών κειμένων, και πολύ επίκαιρο μάλιστα, γιατί εμπεριέχει στοιχεία της σύγχρονης γιορτής που αναφέρονται στην επιβαλλόμενη απόδοση τιμής προς τους διδασκάλους: «Ηγήσεσθοίμεν τον διδάξοντά με την τέχνην ταύτην ίσα γεννέτησιν εμοίσι».

Θα τιμώ εκείνον που την τέχνη αυτή μου εδίδαξε, όσο και τους γονείς μου. Και προχωρεί ακόμα περισσότερο πέραν της τιμής, θα θεωρεί τους γιους του δασκάλου του; αδελφούς του, και θα κάνει δικά του τα προβλήματα που επιφυλάσσει η ζωή στον δάσκαλό του.

Δεν είναι τυχαίο ότι φυσιογνωμίες της Εκκλησίας, όπως ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φώτιος (820-891), ο Επίσκοπος Καισαρείας Αρέθας (850-932) ή ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης (1194) είναι μέγιστοι κλασικοί φιλόλογοι.

Ούτε είναι τυχαίο, ότι όταν ο Νέος Ελληνικός Διαφωτισμός αγωνίζεται να φωτίσει παιδευτικά το σκλαβωμένο Γένος, οι ιερωμένοι διδάσκαλοι του Γένους: ο Ευγένιος Βούλγαρης, Νεόφυτος Δούκας, Άνθιμος Γαζής, ο Κωνσταντίνος Οικονόμου εξ Οικονόμων, άνδρες μεγάλης κλασικής παιδείας και ελληνομάθειας, οι ίδιοι δίδαξαν πάλι στους νέους τα Ελληνικά γράμματα, εκδίδοντας και σχολιάζοντας αρχαία κείμενα και έργα της αρχαίας ρητορικής και φιλοσοφίας.

Πανεπιστήμονες οι τρεις μεγάλοι μας πατέρες, αιώνιοι φωστήρες, ιδιαίτερα στον τομέα της παιδαγωγικής ανεδείχθησαν πρωτοπόροι. Εδώ συναντούμε αντιλήψεις και μεθόδους που διέπονται από διαχρονικό χαρακτήρα και τις κάνουν να έχουν εφαρμογή και στην σύγχρονη παιδαγωγική πραγματικότητα. Θέτουν δηλαδή τις βάσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται η σύγχρονη παιδαγωγική και ψυχολογία. Οι παιδαγωγικές τους αρχές διακρίνονται για την πληρότητα και την καθολικότητά τους.

Επιγραμματικά αναφέρουμε ότι ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος τονίζει την αρχή της εποπτικότητας, ο Μ. Βασίλειος ομιλεί για την προσθήκη νέων γνώσεων κατά την διδασκαλία, η οποία πρέπει να γίνεται σιγά-σιγά και με μέτρο ενώ ο Ιωάννης Χρυσόστομος ομιλεί για αρχή της εξατομικευμένης διδασκαλίας όπως την ονομάζει η σύγχρονη παιδαγωγική επιστήμη.

Ως ειδικότερη επιδίωξη της αγωγής θεωρεί ο Μ. Βασίλειος την πνευματική πρόοδο του ανθρώπου και την απόκτηση των τεσσάρων βασικών αρετών: της σοφίας, της σωφροσύνης, της ανδρείας και της δικαιοσύνης. Τονίζοντας πρωτίστως ότι πρέπει να φροντίζουμε για την επιμέλεια και την κάθαρση της ψυχής, αυτή είναι η αληθινή παιδεία.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει ότι πρέπει να «φυτευθούν» στο αναπτυσσόμενο παιδί οι ιδιότητες του Θεού δηλαδή «η αγαθότητα, το αόργητον, το ευεργετικόν, το φιλοσοφικόν» ώστε να διαπλασθεί σε τέλειο Χριστιανό. Θεωρεί ότι πρωτεύοντα ρόλο στην εκπαιδευτική διαδικασία παίζει η προσωπικότητα του δασκάλου και την περιγράφει λέγοντας: Ο παιδαγωγός πρέπει να επιδεικνύει δημοκρατικό πνεύμα και να σέβεται τη γνώμη των μαθητών. Ο λόγος του είναι λόγος ανθρώπου που διδάσκει μάλλον παρά ελέγχει, που διαπαιδαγωγεί παρά τιμωρείς (του βάζει τάξη παρά διαπομπεύει, τον διορθώνει παρά που επεμβαίνει στη ζωή των μαθητών του. Απέναντι τους να είναι απλός, ειλικρινής, απονήρευτος, άδολος. Να αποφεύγει την ειρωνεία και την υποκρισία.

Η περιγραφή αυτή της προσωπικότητας του διδασκάλου παιδαγωγού φέρνει στη μνήμη συνειρμικά λόγω ομοιότητός της, με μία άλλη προχριστιανική περιγραφή, προσωπικότητος του ιατρού από τους Ιπποκρατικούς: «Ο ιατρός πρέπει να είναι σεμνός, ευσχήμων, απροσποίητος, να έχει πάντοτε προ οφθαλμών την αγιότητα του επαγγέλματος, να μην είναι φθονερός, μηδέ να ζηλοτυπεί μακράν απ' αυτού η οίηση, η αλαζονία, η φιλοχρηματία. Να αποφεύγει παντί τας λογομαχίας και έριδας. Αι αντιρρήσεις του να προβάλλονται μετά γλυκύτητος και απλότητος και να είναι θεοσεβής πλην ουχί δει σι δαίμων.

Αποφασιστική, αταλάντευτη και ξεκάθαρη υπήρξε η στάση των τριών Ιεραρχών και στα διάφορα κοινωνικά ζητήματα και προβλήματα της εποχής τους που είχαν να κάνουν; με την γενικευμένη αβεβαιότητα και αστάθεια, αδικία και εκμετάλλευση που επικρατούσαν στον κοινωνικό χώρο, καθώς και στην αυθαιρεσία της εξουσίας.

Έτσι ο Χρυσόστομος ως Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως μετατρέπεται σε πραγματικό πρότυπο πολιτικού θεολόγου.

Υπερασπίζεται τις χήρες και τα ορφανά. Κατακρίνει τους αφιλάνθρωπους πλουσίους. Εγκαινιάζει ιδρύματα για τους ασθενείς και τους εγκαταλελειμμένους. Οργανώνει συσσίτια για τους χιλιάδες φτωχούς της νεόπλουτης Βασιλεύουσας.

Συμπληρώνει το φιλανθρωπικό του έργο με δρυμία κριτική ενάντια στην εξουσία, ενάντια στους πολιτειακούς άρχοντες που θεσπίζουν άδικους νόμους και επιβάλλουν απάνθρωπη φορολόγηση στο λαό!

Ακόμα και κατά της ίδιας της Αυγούστας Ευδοξίας βάλλει καυτηριάζοντας την ανηθικότητα και την πλεονεξία της.

Φυσικά όπως ήταν αναμενόμενο για άνθρωπο που ελέγχει τους ισχυρούς και αντιστέκεται στην εξουσία ο Χρυσόστομος εκδιώχθηκε, απειλήθηκε, εξορίστηκε και τελικά πέθανε από τις κακουχίες σε κάποιο ασήμαντο χωριό στις εσχατιές της Αυτοκρατορίας.

Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η πολιτική θεολογία του Μ. Βασιλείου. Συμπονά τους πάσχοντες και τους καταφρονεμένους και για να τους ανακουφίσει ξοδεύει όλη την τεράστια περιουσία του; για να οικοδομήσει το πρώτο συγκρότημα κοινωνικής πρόνοιας στην ιστορία της ανθρωπότητος την περίφημη «Βασιλειάδα», με νοσοκομεία, γηροκομεία, ξενώνες, κέντρα επαγγελματικής κατάρτισης και άλλες υπηρεσίες μέριμνας και περίθαλψης, στις οποίες συμμετείχε προσωπικά και ο ίδιος.

Δεν μένει όμως εκεί. Όμοια με τον Χρυσόστομο συνοδεύει την πράξη με λόγο, τη φιλανθρωπία με θεολογία, την προσφορά με κριτική. Γράφει και κηρύττει κατά των πλουσίων που καταχρώνται τα κοινά αγαθά του Θεού εις βάρος των φτωχών.

Στηλιτεύει την απανθρωπιά τους, την ασέβεια και την αλαζονεία τους απέναντι στον πόνο του πλησίον. Ζητά δικαιοσύνη και έλεος, υπερασπίζεται την κοινοκτημοσύνη και καταδικάζει την αδιαφορία την οποία θεωρεί συνενοχή και μόνο ο πρόωρος θάνατος του λίγο πριν κλείσει μισό αιώνα ζωής ανακόπτει την ορμή του για κοινωνική μαρτυρία και προσφορά.

Αλλά και ο τρίτος της χορείας των Αγίων ο Γρηγόριος ευαίσθητος, λυρικός και ποιητής όταν βρίσκεται ενώπιον του διλήμματος «πράξη η αναχώρηση» επιλέγει τελικά την εμπλοκή με τα δημόσια πράγματα μόνο και μόνο από αγάπη για την Εκκλησία και τον λαό, που τον χρειάζεται και αποδέχεται τον αυτοκρατορικό διορισμό στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης.

Και όταν πολύ σύντομα απογοητεύεται από την διαγωγή των συνεπισκόπων, του, τους οποίους δεν διατάζει να ελέγξει αυστηρά με μεγάλη ευκολία παραιτείται του λαμπρού αξιώματος και ομολογεί πως παρά τα βάσανα και τους κόπους αξίζει κανείς να δίνει τη μαρτυρία του, αναλαμβάνοντας πολιτική και κοινωνική δράση υπέρ των αδελφών εν Χριστώ «και μάλιστα των ελάχιστων».

Με την πλούσια και ακαταμάχητη προσπάθεια των Πατέρων στον κοινωνικό τομέα έδειξαν, ότι δεν αρκεί να ιερουργούν μόνο και να στηρίζουν τους ανθρώπους στην «αδάπανη ευσέβεια» που έλεγε ο Βασίλειος, αλλά ως καλοί ποιμένες έχουν υποχρέωση να αγωνιστούν και για την βελτίωση των υλικών συνθηκών της ζωής των συνάνθρωπων τους.

Πραγματική έκπληξη αποτελούν αυτά που ο Μ. Βασίλειος αναφέρει για την μόλυνση του περιβάλλοντος, από την αλόγιστη εκμετάλλευση και φθορά του φυσικού πλούτου σε βαθμό που σαν να ακούει κανείς ένα σύγχρονο Οικολόγο.

Η κατασπατάληση των πηγών ενέργειας, χάριν του κέρδους, άλλαξαν την φύση και το κλίμα, αλλόκοτα δηλαδή αφύσικα τροποποιήθηκε.

Ακραία καιρικά φαινόμενα κάνουν την εμφάνισή τους! Δριμείς χειμώνες, αυξημένη υγρασία, καύσωνες, καταρρακτώδεις βροχές και ποικίλες άλλες μετεωρολογικές μεταλλάξεις προκαλούνται.

Αυτές οι κλιματικές μεταβολές ξεπέρασαν τα φυσικά όρια και βλάπτουν και θανατώνουν τους ανθρώπους.

Ποια είναι η αιτία της κλιματικής αυτής διαταραχής; Από πού προέρχονται τα καινοφανή αυτά κλιματικά φαινόμενα;

Και απαντά ο ίδιος: «Από την κατασπατάληση των φυσικών πόρων, χάριν του κέρδους».

Τα παντοτινά πρότυπα οι τρεις Ιεράρχες ο Μέγας Θεολόγος, ο Γρηγόριος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, τρία μεγάλα ονόματα, σε μία μνήμη και, μια τιμή. Οι τρεις Ιεράρχες της τρισηλίου Θεότητος υπήρξαν πνεύματα ανοικτά με αυθεντική πίστη, με μεγάλη παιδεία και καλλιέργεια και έμπρακτο ενδιαφέρον για την μόρφωση.

Πρωτοπόροι των γραμμάτων αλλά και κοινωνικοί επαναστάτες και προστάτες των φτωχών, που ανέδειξαν τον άνθρωπο ως διαχειριστή και όχι ιδιοκτήτη του πλούτου. Κατάφεραν να συμφιλιώσουν την αρχαία σοφία με το χριστιανικό κήρυγμα, να συνδέσουν την ελληνική παιδεία με τη χριστιανική πίστη, αναπτύσσοντας και αναλύοντας το κοινωνικό περιεχόμενο της πίστης αυτής.

Αν θέλουμε πραγματικά να τιμήσουμε τους τρεις Ιεράρχες δεν χρειάζεται να το κάνουμε μόνο μέσα από ακίνδυνες τυπικές γιορτές, και όπως υποδεικνύει ο Θουκιδίδης διά στόματος του Περικλέους στον Επιτάφιο για να κάνουμε και μια ακόμα σύζευξη του αρχαιοελληνικού πνεύματος με το χριστιανισμό «Ανδρών επιφανών έργω γενομένων έργω και δηλούσθαι τας τιμάς». Απαιτείται μελέτη του έργου τους και της προσφοράς τους, με την εισαγωγή και διδασκαλία στα Σχολεία των κειμένων τους, καθώς κυρίως και μίμηση της στάσης ζωής του, γιατί «μνήμη αγίου μίμηση αγίου».

*Ο ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΦΑΧΑΝΤΙΔΗΣ, είναι Ομότιμος Καθηγητής Ιατρικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, πρώην πρόεδρος της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδος και του Σωματείου «Άγιος Γεώργιος Περιστερεώτα».

FAXANDIDIS.EPAMEINONDAS.LESXH.31.1.2022.IMG 6323

Η ομιλία αυτή έγινε με αφορμή την εορτή των Τριών Ιεραρχών, στην Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης, την Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2022 και μεταδόθηκε διαδικτυακά, και όπως είπε ο Επαμεινώνδας Φαχαντίδης, «αισθάνομαι κατ' αρχήν την ανάγκη να συγχαρώ τον πρόεδρο και το Διοικητικό συμβούλιο της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης για την πνευματική δράση τους και να ευχαριστήσω για την τιμητική πρόσκληση τους, να μιλήσω λαμπρή εορτή στη μνήμη των τριών Ιεραρχών, των αιωνίων φωστήρων της πίστης μας και προστατών των Ελληνικών γραμμάτων».