Γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1924 στη Θεσσαλονίκη, κόρη του επιφανούς Ποντίου γιατρού και πολιτικού, Θεοφύλακτου Θεοφυλάκτου και της Ιφιγένειας Κογκαλίδου. Το όνομα της οικογένειας Θεοφυλάκτου έχει συνδεθεί με την πολιτική, τις φιλανθρωπίες και την ενασχόληση με τα κοινά.
Τα πρώτα χρόνια της ζωής της έζησε και παρατήρησε την εξέλιξη του προσφυγικού προβλήματος στη Θεσσαλονίκη, τα δύσκολα πρώτα χρόνια της διαβίωσης των εκπατρισμένων προσφύγων, με όλα τα δεινά που πέρασαν. Αυτό συνετέλεσε και η ίδια να επιλέξει να ασχοληθεί με την Ιατρική και σπούδασε Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης από όπου και έγινε χειρούργος οφθαλμίατρος, πρωτοπόρα σε όλη την Ελλάδα.
Από τα φοιτητικά της χρόνια ασχολήθηκε με τα κοινά, πάντοτε στο επίπεδο της προσφοράς. Αποτέλεσε για πολλά χρόνια σημαντικό στέλεχος του Συλλόγου «Μέριμνα Ποντίων Κυριών», σύλλογος μέχρι και σήμερα με σημαντική και ακτινοβολούσα δράση, που αρχικά είχε ιδρυθεί στον Πόντο και επανασυστάθηκε με πρωτοβουλία των γονιών της, λίγα χρόνια μετά την έλευση των προσφύγων στη Θεσσαλονίκη. Για δεκαετίες στο Διοικητικό Συμβούλιο, εννέα χρόνια διετέλεσε πρόεδρος του, οπότε εύλογα μπορούμε να πούμε ότι αφιέρωσε τη ζωή της στον σύλλογο αυτό. Μέσα από την φροντίδα και τις δράσεις της η Μέριμνα απέσπασε το 1992 από την Ακαδημία Αθηνών το βραβείο τιμής για το εθνικό και κοινωνικό της έργο.
Έζησε και έλαβε μέρος σε όλα τα μεγάλα γεγονότα του 20ού αιώνα. Την ιταλική εισβολή, την κατοχή και την αντίσταση, στην οποία έλαβε μέρος και η ίδια αλλά και το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων όπως μας διηγήθηκε. Παράπονό της η έλλειψη ομόνοιας και κοινού πνεύματος των αγωνιστών, που όπως έκρινε δεν δημιούργησε τις προϋποθέσεις για ομαλή μετάβαση στην μεταπολεμική πραγματικότητα.
Μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, πρωτοστάτησε το 1975 στο να μεταφερθούν 65 μαθητές από το δημοτικό σχολείου του χωριού Βρυσούλες και να φιλοξενηθούν στην Παναγία Σουμελά για 21 μέρες, με τη συνοδεία των δασκάλων τους. Το χωριό αυτό βρισκόταν στο κατεχόμενο μέρος του νησιού και οι μαθητές αυτοί είχαν προσφυγοποιηθεί. Ήταν μια κίνηση έστω και προσωρινής ανακούφισής τους από τα δεινά που περνούσα. Η ίδια η Άννα Θεοφυλάκτου εκτός από το ότι το επεδίωξε και πέτυχε την μεταφορά των παιδιών αυτών, φρόντισε να μη τους λείψει και τίποτα για όλη την περίοδο της διαμονής τους. Όπως μας εκμυστηρεύτηκε κάθε φορά που σχολούσε από την εργασία της, επισκεπτόταν τακτικά τα παιδιά.
Σχετικά με το κυπριακό δεν έμεινε στο παραπάνω. Η ίδια μαζί με την Μέριμνα, εργάστηκε και υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη του «Συνδέσμου Φιλίας Ελλάδας – Κύπρου» το 1976. Ο «Σύνδεσμος Φιλίας ¨Ελλάς – Κύπρος», σύμφωνα με την απόφαση 561 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ιδρύθηκε, στις 12 Ιουνίου 1976. Αφορμή για την ίδρυση του συλλόγου υπήρξε το ταξίδι που πραγματοποίησε στην Κύπρο η «Μέριμνα Ποντίων Κυριών Θεσσαλονίκης» το Νοέμβριο του 1975. Οι κυρίες της Μέριμνας συγκλονισμένες από την κατάσταση που επικρατούσε στους προσφυγικούς συνοικισμούς και ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένες στο θέμα αυτό, ούσες οι ίδιες κόρες προσφύγων, αποφάσισαν με την επιστροφή στη Θεσσαλονίκη να ιδρύσουν ένα Σύλλογο συμπαράστασης των δύο αδελφών λαών.
Για το Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού η προσφορά της υπήρξε εξαιρετικά γενναιόδωρη. Η αγάπη της για την ιστορία, για τον τόπο καταγωγής της αλλά και για τη Θεσσαλονίκη την οδήγησαν στο να δημιουργήσει μέσα από τα ταξίδια που πραγματοποίησε αλλά και την πολύχρονη και αγόγγυστη δουλειά μια εξαιρετική συλλογή από φωτογραφίες και έγγραφα. Όλα τα παραπάνω, τα δώρισε στο ΙΑΠΕ και θα κοσμούν εσαεί τις συλλογές του, αποτελώντας ξεκάθαρα το πυρήνα τους και εμπλουτίζοντας το αρχειακό του υλικό. Επιπρόσθετα, όποια στιγμή την χρειαστήκαμε για να μας διηγηθεί την προσωπική βιωμένη εμπειρία της για διάφορες θεματικές τις οποίες είτε θα μελετούσαμε σαν φορέας, είτε σε ατομικές έρευνες, μας άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της διάπλατα, μας υποδέχτηκε είτε μεμονωμένα, είτε με ολόκληρες ομάδες φοιτητών. Ενδεικτικά οι τρείς τελευταίες πολύωρες συνεντεύξεις που πραγματοποιήσαμε μαζί της ήταν για την δεκαετία του 1940 και τη μεταφορά παιδιών από την Καλαμαριά και τη Θεσσαλονίκη σε χωριά της Μακεδονίας, για να σωθούν από την πείνα που επικρατούσε στο αστικό κέντρο, για τον εμφύλιο και την φιλοξενία των ανταρτοπλήκτων προσφύγων στη Θεσσαλονίκη και τέλος το γεγονός, που αναφέρθηκε και παραπάνω, για τη φιλοξενία των προσφυγόπουλων από τις Βρυσούλες της Κύπρου στην Παναγία Σουμελά. Σε όλα τα παραπάνω η γνώση της άρτια και σημαντική, η μνήμη της διαυγής μέχρι και τα τελευταία χρόνια της ζωής της.
Όλα τα παραπάνω αποτελούν τη σπουδαία παρακαταθήκη της στον κόσμο που αφήνει σήμερα. Την αφήνει απλόχερα και χωρίς εκπτώσεις, όπως ακριβώς δεν έκανε πάντα στην μέριμνά της για το κοινό καλό. Εμείς θα την θυμόμαστε με αγάπη, και πάντα θα τη φέρνουμε στο μυαλό όταν αντικρίζουμε ένα από τα σπουδαία τεκμήρια που μας κληροδότησε, σε εμάς και σε όλη την επιστημονική κοινότητα. Θα θυμόμαστε την ευγένεια της, το πάθος και τον υπερβάλλοντα ζήλο της να προσφέρει στα κοινά και να βοηθήσει, πάντοτε στο βαθμό που μπορούσε. Της ευχόμαστε καλό ταξίδι και δεσμευόμαστε να διατηρούμε πάντα τη μνήμη της ζωντανή και άσβεστη, μέσα από τις συλλογές του Αρχείου μας.
*Η φωτογραφία της δημοσίευσης προέρχεται από την τελευταία συνέντευξη που πραγματοποιήσαμε στις 9 Οκτωβρίου 2019.