ΤΟΥ ΙΑΣΟΝΑ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ
Φέτος συμπληρώνεται ένας αιώνας από την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης που καθόρισε τα σύνορα μεταξύ Ελλάδας - Τουρκίας και της Σύμβασης για την Ανταλλαγή των πληθυσμών. Πολλά άλλαξαν μέσα σε αυτά τα εκατό χρόνια. Ουδέποτε η εξέλιξη της ανθρωπότητας υπήρξε τόσο ραγδαία. Ο σύντομος 20ος αιώνας έφερε ανακατατάξεις σε όλα τα επίπεδα. Από την απειλή του πυρηνικού ολέθρου μέχρι την εκμηδένιση των αποστάσεων στο χώρο και τον χρόνο. Η παγκοσμιοποίηση δεν έφερε το τέλος της Ιστορίας. Αντίθετα, εκατό χρόνια μετά, η ιστορία επιστρέφει σαν τραγωδία. Ο αναθεωρητισμός της Συνθήκης της Λωζάνης και τα τεράστια κύματα προσφύγων τέμνονται στο Αιγαίο, δείχνοντας πως η ιστορική γνώση και συνείδηση μας αφορούν πολύ περισσότερο από όσο θέλουμε να νομίζουμε και είναι πολλά περισσότερα από σχολικό μάθημα ή πολυτέλεια για χομπίστες.
Το κεμαλικό καθεστώς στη γειτονική χώρα, μη αναγνωρίζοντας τις γενοκτονίες των αυτόχθονων χριστιανικών εθνοτήτων, συνεχίζει αμετανόητο την ίδια πρακτική εναντίον όλων όσων διαφοροποιούνται εθνικά, θρησκευτικά, πολιτισμικά, πολιτικά. Πρώτοι στη λίστα βρίσκονται, εδώ και δεκαετίες, οι Κούρδοι. Η επικαιρότητα της συζήτησης γύρω από τα όσα συνέβησαν στην ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, στο τέλος του 1ου Παγκόσμιου Πολέμου, επιβεβαιώνεται από αυτή την επιστροφή της Ιστορίας με τον τραγικότερο τρόπο, που επαναφέρει την αστάθεια και εντείνει τη βία στην περιοχή.
Η διεθνοποίηση του Ποντιακού Ζητήματος, δηλαδή η διεκδίκηση της διεθνούς αναγνώρισης της Γενοκτονίας, δεν αποτελεί απωθημένο ή φετίχ και δεν αφορά ούτε μόνο τους Πόντιους, ούτε αποτελεί διακρατικό ζήτημα μεταξύ Ελλάδας - Τουρκίας. Είναι ζήτημα διεθνούς δικαίου και δημοκρατίας, που συνδέεται με την αναγνώριση και των άλλων γενοκτονιών που διαπράχθηκαν από τους Νεότουρκους και Κεμαλικούς. Δεν αποσκοπεί στην αναδρομική τιμωρία των ενόχων, αλλά στην αποδοχή εκ μέρους των επιγόνων και του υπαρκτού σήμερα κεμαλικού καθεστώτος των ευθυνών του.
Μόνο αν η διεθνής κοινότητα πιέσει, θα αναγκαστεί η Τουρκία να αναγνωρίσει την ιστορική ευθύνη για τα απαράγραπτα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, που διέπραξε. Αυτή η αναγνώριση θα δημιουργήσει και τη βάση για μη επανάληψη των εγκλημάτων, τα οποία δυστυχώς εφαρμόζει στο τμήμα του Κουρδιστάν, που βρίσκεται στην επικράτεια της, αλλά και με τις επιθετικές της επεμβάσεις σε Συρία, Λιβύη, Κύπρο και όλη την περιοχή της Εγγύς Ανατολής. Πριν έναν αιώνα δημιούργησε τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας και του Πόντου, σήμερα εργαλειοποιεί τους πρόσφυγες, που περνάνε και εγκλωβίζονται στην επικράτειά της, για να εκβιάζει και να απαιτεί. Η αγνόηση της ευθύνης εκλαμβάνεται ως άλλοθι για συνέχιση απάνθρωπων και εγκληματικών πρακτικών.
Ο ανθρωπισμός και η δημοκρατία και όχι κάποια αυτολύπηση ή ιστορικισμός είναι (και πρέπει να είναι) οι κινητήριες δυνάμεις πίσω από την διεθνή καμπάνια για την προώθηση του Ποντιακού Ζητήματος, που δεν είναι άλλο από την αναγνώριση της Γενοκτονίας που διαπράχθηκε κατά των Ελλήνων στην περιοχή του μικρασιατικού Πόντου.
Η καμπάνια αυτή οφείλει να ξεκινήσει πρωτίστως από το εσωτερικό της Ελλάδας και του οργανωμένου ποντιακού χώρου. Διότι δυστυχώς το ζήτημα μένει σε μεγάλο βαθμό παραγνωρισμένο τόσο εντός της χώρας, όσο και εντός του χώρου αυτού. Σωστή ανάλυση και κατανόηση του ζητήματος -τόσο στην ιστορική του βάση, όσο και στην νομική και πολιτική του διάσταση- είναι η αρχή για την προώθηση της υπόθεσης. Ο ποντιακός χώρος οφείλει να ξεπεράσει την παθογένεια της πολυδιάσπασης για μικροσυμφέροντα και να βαδίσει με σοβαρότητα και συνέπεια, με γραμμή ενωτική. Αυτή θα πρέπει να περάσει και στον υπόλοιπο Ελληνισμό και να γίνει επιτέλους κατανοητό πως η υπόθεση της Γενοκτονίας δεν αφορά μόνο τους πρόσφυγες ή τους Πόντιους, αλλά το σύνολο του Ελληνισμού.
Οι Αρμένιοι αποτελούν φωτεινό παράδειγμα που καλό θα είναι -έστω κι έναν αιώνα μετά- να το λάβουμε σοβαρά υπόψη μας. Ας ελπίσουμε πως η νέα εποχή με τις διευκολύνσεις που προσφέρει σε επίπεδο επικοινωνίας και πληροφόρησης και οι νέες γενιές, που σπουδάζουν, ταξιδεύουν και έχουν σε μεγάλο βαθμό ξεφύγει από τους διχασμούς του παρελθόντος, θα δώσουν νέα πνοή στην προώθηση του Ποντιακού ζητήματος, αντιλαμβανόμενοι την ουσία του, όπως επίσης τη διαχρονικότητα και την οικουμενικότητα της σημασίας του.