Ως μυθικός Περσέας πολεμιστής των εμποδίων ανά την Γη, ελευθερωτής των αδύναμων,των χρησμών ειρηνευτής, πόλεων και τειχών υπερασπιστής, αναγεννημένος σε Λάρνακα θαλασσοδαρμένη και στα άστρα γητεμένος, γλιστρά ο κονδυλοφόρος του Δασκάλου πάνω στο κόκκινο από αίμα χαρτί.
Χώματα Δακρυσμένα και χαρτιά ματωμένα, ζυμωμένα με αστρικά όνειρα και τάγματα ουράνια σε πελάγη ξηράς από τον πόνο και τον μισεμό.
Ο Νίκος Κωνσταντινίδης στέκει με θαυμασμό αλλά και τρυφερή σκληρότητα πάνω στον καμβά του Ιστορικού χρόνου που έχει πυρώσει ως ηφαιστειακή λάβα τον διάβα της ζωής των προγόνων του.
Στον του Προμηθέα Καύκασο, εκεί που ο Ελληνισμός έχει στεγάσει ιδρυτικούς μύθους για το Γένος των Ανθρώπων.
Εκεί όπου έμελλε στην τελευταία έξοδο των Ελλήνων του Πόντου να σχηματιστεί πάλι χάρτης ηρωικών πράξεων, εξορίας, εκπατρισμού και απέλασης.
Είναι ως φαίνεται το μυθικό παράγγελμα των Θεών αιώνιο και αειθαλές για την μοίρα των Ελλήνων στα χώματα που ποτίστηκαν ανάκατα αίμα, ιδρώτα,πίκρα, προδοσία και απόγνωση μα με ελπίδα.
Ο δάσκαλος, συγγραφέας, ρέκτης, εραστής της γλώσσας, πλάστης της ρίμας και εξουσιαζόμενος εξουσιαστής Νίκος Κωνσταντινίδης δεν χαρίζεται πάνω στο χαρτί με την μαύρη του πένα.
Ανασκάπτει το ιστορικό παρελθόν,το ξεγυμνώνει αλύπητα,το εκθέτει ως οι Ισραηλίτες την μοιχαλίδα που έσωσε ο Χριστός.
Δεν ορρωδεί,δεν λησμονεί,δεν βαρυγκομεί στην εύρεση των αιτιών και των ενόχων.
Είναι αγέρωχος και ευσταλής με την στολή της καθημερινής του αξιοπρέπειας όπως την χάλκευσε στα παγερά λιβάδια της Χώρας του Όντιν με καρδιά χυτευμένη σε άγριο αίμα.
Η πένα του είναι ταυτόχρονα το χέρι που αντίκρυσε πρώτο το χαμόγελο της Μόνα Λίζα αλλά και το σπαθί του Θησέα στον Λαβύρινθο που είδε τελευταίος ο Μινώταυρος.
Ο Νίκος Κωνσταντινίδης είναι ένας ζωγράφος που σε ένα τεράστιο τοίχο νύχτα κάθιδρος, μόνος και σε απόγνωση, ξαναφτιάχνει την πατρίδα του σαν πίνακα του Πικάσο.
Την Γκουέρνικα του την μεταμόρφωσε σε Έναστρη Νύχτα του Βαν Γκογκ.
Στάχυ στάχυ, χαλίκι χαλίκι, φτιάχνει το σπίτι του στο Κάρς, μετά το χωριό του ολόκληρο, ύστερα όλες τις κοινότητες του Καρς.
Ο παππούς του η γιαγιά του είναι αερικά που θα σταλούν στον Άδη για να πληρώσουν το πρόστιμο του Προμηθέα πριν το χέρι τους σώσει του Περσέα.
Μια διαδρομή στα χώματα με πόδια ξυπόλυτα πείνα και σκοτάδι που ψάχνει το φώς της Λύτρωσης.
Δύο Σίσυφοι ο παππούς και η γιαγιά που άφησαν σπίτι με φαί στο τραπέζι μια αυλή ένα δένδρο, χωρίς τίποτε σχεδόν έφυγαν στο άγνωστο.
Μια ομηρική πορεία που αναγνωρίζει ο Όμηρος από τότε τα χρόνια εκείνα του Δυσσέα και τα παρατηρεί από ψηλά στην Διαχρονία με ένα χαμόγελο πικρό για την επανάληψη τόσων Οδυσσειών του.
Η γραφή του Νίκου Κωνσταντινίδη δεν λυγίζει ούτε στα χρόνια της Μητέρας Ελλάδος στο Κιλκίς.
Χρόνια δολερά, φοβερά και φθονερά με το εμφύλιο σπάραγμα να τρώει τις σάρκες της χώρας.
Εικόνες ηρωισμού αλλά και προδοσιών διαπερνούν τις σελίδες του πονήματος αυτού χωρίς την κατάκριση αλλά τον βαθύ στοχασμό του φιλοσόφου που δύναται ψυχρά και ώριμα να τέμνει ως χειρουργός την Ιστορία όσο και αν πονάει και ενοχλεί.
Η επιβίωση των αγαπημένων του ανθρώπων παρουσιάζεται με εκφραστική απλότητα μέσα από την εκπληκτική του ικανότητα στο να αναπλάθει τις στιγμές ζώντας τις ο ίδιος.
Οι άνθρωποι μπορούν να αντέξουν αν αγαπούν ο ένας τον άλλον, αν αγαπούν την ζωή και το Δίκιο, αν αγαπούν τον Ήλιο και το Φως.
Οι παππούδες του Νίκου είναι ζωντανοί και εσαεί παρόντες στην ζωή του συγγραφέα που με την στάση του,τον τρόπο ζωής του ,την αξία της πένας του είναι η προβολή τους στο παρόν από τα Ουράνια πλατώματα.
Άξια τα «Δακρυσμένα Χώματα»"
Ο Γιώργος Γεωργιάδης δημοσιογράφος ΕΡΤ 3 πρόεδρος σωματείου Δράσης Νίκος Καπετανίδης.