ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΣΤΥΛΙΔΗ, δικηγόρου – λυράρη – στιχουργού
Η μουσική παράδοση σίγουρα δεν είναι ακίνητη. Μεταβάλλεται, δανείζεται, αφομοιώνει και ανασχηματίζεται. Όταν όμως μιλάμε για την εξέλιξή της, οφείλουμε να γνωρίζουμε και να λέμε από πού προέρχεται κάθε στοιχείο.

Μια χαρακτηριστική περίπτωση είναι το «Τρομαχτόν» όπως αποδίδεται σήμερα από μεγάλο μέρος των Ποντίων μουσικών: μια εκδοχή με έντονα βαλκανικά χαρακτηριστικά και εμφανή συγγένεια με τη βουλγαρική Ρατσένιτσα.
Το φαινόμενο δεν είναι πρόσφατο. Οι απαρχές του εντοπίζονται αρκετές δεκαετίες πίσω, με τη συμβολή ακόμη και σπουδαίων εκπροσώπων της ποντιακής μουσικής, όπως ο Γώγος Πετρίδης.

Δισκογραφικά, αυτή η μορφή του «Τρομαχτόν» αποτυπώθηκε κυρίως από τους Κωστίκα Τσακαλίδη, Γιάννη Τσανάκαλη και Παναγιώτη Ασλανίδη στη λύρα, καθώς και από τον Γιώργο Κεσίδη στο κλαρίνο.

Η ιστορική διαδρομή φαίνεται να αρχίζει κατά τη δεκαετία του 1960. Όταν η ποντιακή λύρα ανέβηκε στο πάλκο των λαϊκών κέντρων, άρχισε να συμπράττει με περισσότερα όργανα. Ανάμεσά τους βρισκόταν και το αρμόνιο.
Μέχρι τότε, το «Τρομαχτόν» αποδιδόταν μουσικά ως γρήγορη Σέρα. Με την ένταξη του αρμονίου στην ορχήστρα, όμως, η μορφή του άρχισε σταδιακά να αλλάζει. Νεότεροι λυράρηδες και κλαρινοπαίχτες δανείστηκαν φράσεις και τεχνικές από τους αρμονίστες της εποχής και από τις μελωδίες που εκείνοι παρουσίαζαν ως «Τρομαχτόν». Ανάμεσά τους συγκαταλέγονται ο Σωτηράκης Πρίτσης από τη Ραχώνα Πέλλας και ο Θανάσης Καρατζάς από το Μυριόφυτο Κιλκίς.
Η βουλγαρική Ρατσένιτσα, μια δεξιοτεχνική χορευτική μορφή σε ρυθμό 7/8, ήταν ήδη γνωστή στους ντόπιους μουσικούς της Μακεδονίας. Η ρυθμική της συγγένεια με το «Τρομαχτόν» διευκόλυνε τη μεταφορά μελωδικών και εκτελεστικών στοιχείων από τη μία μορφή στην άλλη.
Έτσι, οι ντόπιοι αρμονίστες μπόρεσαν εύκολα να παρουσιάσουν μια βαλκανική, δεξιοτεχνική μελωδία ως ένα νέο «Τρομαχτόν». Με την είσοδο, αργότερα, των συνθεσάιζερ στις νεοποντιακές εκτελέσεις, το βαλκανικό ύφος εδραιώθηκε ακόμη περισσότερο.
Η ποντιακή λύρα δεν απέδιδε πλέον ως «Τρομαχτόν» τη γρήγορη ποντιακή Σέρα, αλλά ένα μελωδικό σχήμα που παρέπεμπε ευθέως στη Ρατσένιτσα.
Κεντρικό γνώρισμα αυτής της εκτέλεσης είναι η δομή της μουσικής ερωταπόκρισης: η λύρα παρουσιάζει ένα γρήγορο μελωδικό θέμα, την «ερώτηση» , και τα πλήκτρα απαντούν με ένα σχεδόν πανομοιότυπο, κοφτό μοτίβο. Μπορεί, φυσικά, να συμβεί και το αντίστροφο.
Αυτή ακριβώς η ανταλλαγή ταχύτατων μοτίβων αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της βουλγαρικής και ευρύτερα της βαλκανικής οργανικής μουσικής, όπου το κλαρίνο και το ακορντεόν συνομιλούν πάνω στον ρυθμό της Ρατσένιτσα.

Ανάλογα βαλκανικά σχήματα πέρασαν αργότερα και στη Σερανίτσα. Εκεί ενσωματώθηκε ένα εμφανώς «αρμονίστικο» μελωδικό μοτίβο, ξένο προς τον παλαιότερο ποντιακό μουσικό της χαρακτήρα. Το ίδιο συνέβη και στο Κότσαρι, στο οποίο εντάχθηκαν όχι μόνο βαλκανικά αλλά και κρητικά μουσικά στοιχεία. Ενδεικτικά μπορούν να αναφερθούν η ηχογράφηση του Γώγου Πετρίδη στο κέντρο «Λεμόνα» και το Κότσαρι του Γιάννη Τσανάκαλη.
Η διάδοση του βαλκανικού «Τρομαχτόν» υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε η σημερινή επικράτησή του είναι κυριολεκτικά και μεταφορικά τρομαχτική.
Μολονότι η συγκεκριμένη μελωδική διαμόρφωση δεν προέρχεται από την παλαιότερη ποντιακή μουσική παράδοση, παίζεται πλέον κατά κόρον από λυράρηδες, ακόμη και από όσους αυτοπροσδιορίζονται ως αυστηρά «παραδοσιακοί». Η ξέφρενη ταχύτητα της βαλκανικής εκτέλεσης έφτασε μάλιστα να θεωρείται απόδειξη δεξιοτεχνίας.
Οι χορευτές τη λατρεύουν. Πολλοί τη θεωρούν αυθεντικά παραδοσιακή. Ακόμη και σημαντικοί λυράρηδες, όπως ο Γιώργος Αμαραντίδης, δεν έμειναν ανεπηρέαστοι. Σήμερα, οι περισσότεροι αποδίδουν το «Τρομαχτόν» με τις σχεδόν «απαιτούμενες» βαλκανικές πινελιές.
Δεν ακολούθησαν, ωστόσο, όλοι οι μουσικοί την ίδια κατεύθυνση.
Το δισκογραφημένο «Τρομαχτόν» του Μίτκα Ιακωβίδη, παρότι εκτελεσμένο με κλαρίνο, παρέμεινε προσηλωμένο στα ποντιακά μελωδικά μοτίβα. Με ανάλογο ποντιακό τρόπο έπαιζε, όπως θυμάμαι, και ο Φίλιππας Γεωργιάδης από τον Κοπανό Νάουσας. Το ίδιο έκαναν και άλλοι Πόντιοι κλαρινοπαίχτες, οι οποίοι απέδιδαν το «Τρομαχτόν» ποντιακά και όχι βαλκανικά.
Τα παραδείγματα αυτά αποδεικνύουν ότι η μετάβαση προς το βαλκανικό ύφος δεν ήταν ούτε μονόδρομος ούτε αναπόφευκτη.
Η βαλκανική και η τουρκική μουσική αποτελούν σήμερα δύο από τις κυριότερες πηγές επιρροής της σύγχρονης νεοποντιακής μουσικής. Ήταν αυτό αναπόφευκτο; Όχι.
Η ανανέωση της μουσικής μας θα μπορούσε να έχει στραφεί προς μια διαφορετική πηγή: την καταγεγραμμένη ποντιακή μουσική της πρώτης προσφυγικής γενιάς. Ένα τεράστιο μέρος αυτού του υλικού παραμένει ανεπαρκώς μελετημένο και, ουσιαστικά, άγνωστο τόσο στους μουσικούς όσο και στο ευρύτερο κοινό.
Είναι καλές ή κακές αυτές οι επιδράσεις; Είναι σωστές ή λανθασμένες;
Σκοπός αυτής της ανάρτησης δεν είναι να κάνει υποδείξεις. Καθένας μπορεί να επιλέξει τη μουσική που θέλει να παίξει και να ακούσει: ποντιακή, βαλκανική, βουλγαρική, τουρκική, ρομά ή οποιαδήποτε άλλη.
Ας κάνει, λοιπόν, ο καθένας ό,τι επιθυμεί.
Ας μην πει όμως κάποτε: «Δεν ήξερα».
Ας μην πει: «Δεν γνώριζα».
Στην εποχή της πληροφορίας έχουμε ευθύνη να ερευνούμε. Η γνώση υπάρχει, αρκεί να θελήσουμε να την αναζητήσουμε, στις παλιές ηχογραφήσεις, στις πρωτογενείς μαρτυρίες, στη συγκριτική ακρόαση και στη μελέτη των μουσικών ιδιωμάτων.
Και κάτι ακόμη:
Αν σεβόμαστε τον εαυτό μας, έχουμε καθήκον αλήθειας.
Ας πούμε καθαρά:
«Ναι, μου αρέσει να αντλώ στοιχεία από τη βουλγαρική παράδοση». «Ναι, μου αρέσει να παίζω τουρκικές μελωδίες».
«Ναι, επιλέγω ένα σύγχρονο, μεικτό βαλκανικό ύφος».
Δεν είναι δική μου δουλειά να κρίνω αν αυτό είναι καλό ή κακό.
Δεν μπορούμε όμως να λέμε «παίζω ποντιακά», όταν γνωρίζουμε πολύ καλά ότι παίζουμε κάτι διαφορετικό. Γιατί τότε δεν υπηρετούμε ούτε την εξέλιξη ούτε την παράδοση.
Τότε απλώς λέμε ψέματα πρώτα στον εαυτό μας και ύστερα στους άλλους. Και αυτό είναι κακό.
Πολύ κακό.
Πηγή: Από την προσωπική σελίδα του Θανάση Στυλίδη στο fb