ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΣΤΥΛΙΔΗ, ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ, ΛΥΡΑΡΗ, ΣΤΙΧΟΥΡΓΟΥ
Κάθε φορά που επισκέπτομαι το Μέτσοβο φεύγω με δύο έντονα και, ως έναν βαθμό, αντιφατικά συναισθήματα. Από τη μία πλευρά, αισθάνομαι θαυμασμό για όσα πέτυχαν οι Μετσοβίτες μέσα στις τελευταίες δεκαετίες. Κατάφεραν να κρατήσουν το πανέμορφο χωριό τους ζωντανό, αξιοποιώντας με σύνεση και σεβασμό σχεδόν κάθε πλεονέκτημα του τόπου και της παράδοσής τους.

Ανέδειξαν τα κρασιά και τα τυριά τους, στήριξαν την κτηνοτροφία, την υλοτομία και τη λαϊκή τέχνη, προστάτευσαν την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του χωριού και συνέδεσαν το φυσικό περιβάλλον με τον τουρισμό, την παραγωγή και την τοπική οικονομία. Δεν αντιμετώπισαν την παράδοση σαν ένα μουσειακό κατάλοιπο ούτε σαν ένα θέαμα που παρουσιάζεται περιστασιακά στους επισκέπτες. Την ενσωμάτωσαν στη σύγχρονη ζωή τους και την έκαναν προϊόν, εμπειρία, εργασία και πηγή εισοδήματος.
Φυσικά, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε τη συμβολή των μεγάλων τοπικών ευεργετών, του Ιδρύματος Τοσίτσα, της οικογένειας Αβέρωφ, της τοπικής αυτοδιοίκησης και των πολιτικών προσώπων που ενδιαφέρθηκαν ουσιαστικά για την ανάπτυξη του τόπου. Η ευεργεσία, όμως, δεν περιορίστηκε στην κατασκευή κάποιων κτιρίων ή στην πραγματοποίηση μεμονωμένων δωρεών. Μετατράπηκε σε θεσμούς, εκπαιδευτικές και παραγωγικές υποδομές, πολιτιστικές παρεμβάσεις και έργα με διάρκεια. Έτσι, δημιουργήθηκε ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούσαν να αναπτυχθούν η ιδιωτική πρωτοβουλία, η συλλογική δράση και η τοπική επιχειρηματικότητα.

Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα το Μέτσοβο μοιάζει να βρίσκεται σε μια διαφορετική χώρα. Είναι ένας τόπος που διατηρεί τον πληθυσμό και την ταυτότητά του, παράγει, προσελκύει επισκέπτες και εξακολουθεί να προοδεύει. Την ίδια στιγμή, λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά, συναντά κανείς την εγκατάλειψη, τη δημογραφική συρρίκνωση, τα κλειστά σχολεία, τα άδεια σπίτια και τη γενικευμένη νεοελληνική παρακμή. Η σύγκριση είναι αναπόφευκτη και προκαλεί όχι μόνο θαυμασμό αλλά και προβληματισμό.
Από την άλλη πλευρά, λοιπόν, φεύγω από το Μέτσοβο με μια βαθιά θλίψη. Ρωτάω τον εαυτό μου τι είναι αυτό που κατάφεραν να κάνουν καλύτερα ορισμένες οργανωμένες βλαχικές κοινότητες από εμάς τους Ποντίους. Δεν πρόκειται ασφαλώς για κάποιο έμφυτο πλεονέκτημα του ενός λαού απέναντι στον άλλον. Ούτε είναι όλα τα βλαχικά χωριά ανεπτυγμένα ή όλα τα ποντιακά χωριά εγκαταλειμμένα. Υπάρχουν σημαντικές διαφορές στην ιστορία, στη γεωγραφία, στην οικονομία και στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε περιοχής.
Ωστόσο, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι χωριά όπως το Σέλι, το Περιβόλι, η Αβδέλα, η Σμίξη, το Νυμφαίο, το Μέτσοβο, η Βλάστη, τα Μεγάλα Λιβάδια και το Λιβάδι Ολύμπου κατόρθωσαν, σε διαφορετικό βαθμό το καθένα, να διατηρήσουν μια ισχυρή ταυτότητα και να αποκτήσουν μια αναγνωρίσιμη θέση στον πολιτιστικό και τουριστικό χάρτη της χώρας.
Και τότε γεννιέται το ερώτημα, γιατί εμείς οι Πόντιοι δεν μπορέσαμε να αναδείξουμε με τον ίδιο τρόπο τα δικά μας συγκριτικά πλεονεκτήματα προς όφελος των τόπων και των χωριών μας;
Γιατί δεν καταφέραμε να δημιουργήσουμε ένα ευρύ και οργανωμένο δίκτυο ποντιακών χωριών στη Βόρεια Ελλάδα, στο οποίο να προβάλλονται η ποντιακή γαστρονομία, η ιστορία, η μουσική, η διάλεκτος, η αρχιτεκτονική, οι παραδοσιακές τέχνες και οι παραγωγικές γνώσεις που έφεραν μαζί τους οι πρόσφυγες;
Γιατί τόσα χωριά μας ζωντανεύουν μόνο για ένα πανηγύρι τον χρόνο, το οποίο πολλές φορές περιορίζεται σε μια επιδερμική μορφή διασκέδασης, χωρίς ουσιαστική σύνδεση με την τοπική ιστορία, την παραγωγή και την οικονομία;
Οι ποντιακοί σύλλογοι επιτέλεσαν και συνεχίζουν να επιτελούν αρκετό έργο. Διέσωσαν χορούς, τραγούδια, φορεσιές, αφηγήσεις και ιστορικές μνήμες. Ωστόσο, ο ρόλος τους δεν μπορεί να εξαντλείται στις χορευτικές εκδηλώσεις, στα μνημόσυνα, στις επετείους και στα ετήσια πανηγύρια. Στη σημερινή εποχή οφείλουν, χωρίς να εγκαταλείψουν την πολιτιστική τους αποστολή, να συμβάλουν και σε ένα ευρύτερο σχέδιο τοπικής αναγέννησης. Δεν χρειάζεται να μετατραπούν οι ίδιοι σε επιχειρήσεις. Μπορούν, όμως, να φέρουν κοντά παραγωγούς, νέους επιστήμονες, επαγγελματίες, δήμους, πανεπιστήμια και κατοίκους, δημιουργώντας το έδαφος για συνεργασίες, συνεταιρισμούς και νέες παραγωγικές πρωτοβουλίες. Ούτε οι Πόντιοι επιχειρηματίες λείπουν, αρκεί να τους ενεργοποιήσουμε και γιατί όχι να αρχίσουν βλέπουν τα πράγματα κάποιοι από αυτούς μέσα από το πρίσμα της εθνικής ευεργεσίας.

Αναρωτιέμαι, επίσης, γιατί μεμονωμένες επιτυχημένες περιπτώσεις, όπως το Κτήμα Περέκ ή το Ραγιάν, δεν έγιναν αφετηρία για τη δημιουργία ενός ευρύτερου δικτύου ποντιακής γαστρονομίας και επιχειρηματικότητας.
Γιατί δεν μελετήθηκαν συστηματικά, ώστε η γνώση και η εμπειρία τους να μεταφερθούν σε άλλους τόπους και σε νέους ανθρώπους;
Μήπως τελικά δεν μας λείπει ούτε η ιστορία ούτε η εργατικότητα, αλλά η κουλτούρα της συνεργασίας, η εμπιστοσύνη, η συνέχεια και η ικανότητα να μετατρέπουμε το συναίσθημα σε θεσμό και τη μεμονωμένη επιτυχία σε συλλογικό παράδειγμα;
Η Καστανιά στο Βέρμιο αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση. Είναι ένα πανέμορφο χωριό Σανταίων, με σημαντική ιστορική κληρονομιά και εξαιρετικό φυσικό περιβάλλον. Παρ’ όλα αυτά, παρέμεινε κυρίως τόπος παραθερισμού και όχι ένα ζωντανό, παραγωγικό χωριό που προβάλλει και διαθέτει οργανωμένα τον τοπικό ποντιακό πολιτισμό. Θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν πρότυπο «Ορεινό Τόπο των Σανταίων», συνδέοντας την ιστορία της Σάντας με την ποντιακή γαστρονομία, την ορεινή οικονομία, την πεζοπορία, τη φιλοξενία και την περιβαλλοντική εκπαίδευση.
Αντίστοιχα, η Νέα Σάντα Κιλκίς φέρει ένα όνομα με τεράστιο ιστορικό και συμβολικό βάρος. Κι όμως, ο επισκέπτης δύσκολα αντιλαμβάνεται ποια ήταν η ιστορική Σάντα, ποιοι ήταν οι Σανταίοι, ποιους αγώνες έδωσαν και ποιον πολιτισμό μετέφεραν στη νέα τους πατρίδα. Θα μπορούσε να δημιουργηθεί εκεί ένα οργανωμένο κέντρο ιστορίας και τεκμηρίωσης, μια διαδρομή μνήμης μέσα στον οικισμό, μια σειρά ψηφιακών εφαρμογών και ένα ετήσιο εκπαιδευτικό πρόγραμμα για σχολεία και επισκέπτες. Με λίγες αλλά ουσιαστικές παρεμβάσεις, το ιστορικό όνομα θα μπορούσε να μετατραπεί σε πολιτιστικό και αναπτυξιακό κεφάλαιο.
Δεν αρκεί, επομένως, να υπερηφανευόμαστε για την καταγωγή μας. Η παράδοση που δεν παράγει σύγχρονη ζωή κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια συγκινητική αλλά άψυχη ανάμνηση. Το βασικό ζητούμενο είναι να περάσουμε από την αναπαράσταση της παράδοσης στην παραγωγική αξιοποίησή της, από το πανηγύρι στη μόνιμη δραστηριότητα, από τον μεμονωμένο επιχειρηματία στο οργανωμένο δίκτυο και από τον ανταγωνισμό των συλλόγων στη συνεργασία των κοινοτήτων.
Μια κεντρική πρόταση προς αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός «Δικτύου Ποντιακών Τόπων Βόρειας Ελλάδας». Σε αυτό θα συμμετέχουν ποντιακά χωριά, δήμοι, περιφέρειες, πολιτιστικοί σύλλογοι, παραγωγοί, επιχειρήσεις εστίασης, ξενώνες, εκπαιδευτικά ιδρύματα, ποντιακά σωματεία και κοινωφελή ιδρύματα. Το δίκτυο δεν θα πρέπει να αποτελέσει ακόμη μία ομοσπονδία συλλόγων ούτε έναν γραφειοκρατικό μηχανισμό χωρίς πραγματικό αντικείμενο. Οφείλει να λειτουργήσει ως αναπτυξιακή συνεργασία, με σαφείς στόχους, επαγγελματική οργάνωση, διαφάνεια και συγκεκριμένα αποτελέσματα.
Κύριος σκοπός του δικτύου πρέπει να είναι η διατήρηση και η επιστροφή πληθυσμού στα χωριά, η δημιουργία θέσεων εργασίας, η ανάδειξη των τοπικών προϊόντων, η ανάπτυξη του αγροτουρισμού και του πολιτιστικού τουρισμού, η διάσωση της ιστορίας και της διαλέκτου και η σύνδεση των οικισμών μεταξύ τους. Κάθε χωριό δεν χρειάζεται να κάνει τα πάντα ούτε να αντιγράφει τα υπόλοιπα. Χρειάζεται να ανακαλύψει και να αναδείξει τη δική του ιδιαίτερη ταυτότητα. Ένας τόπος μπορεί να επικεντρωθεί στη γαστρονομία, άλλος στη μουσική και στην κατασκευή λύρας, άλλος στην ιστορία των προσφύγων, άλλος στις ορεινές δραστηριότητες και άλλος στη γεωργία, στην κτηνοτροφία ή στην περιβαλλοντική εκπαίδευση. Με αυτόν τον τρόπο θα δημιουργηθεί ένα σύνολο διαφορετικών αλλά συμπληρωματικών προορισμών.
Πρώτη αναγκαία δράση είναι η συστηματική καταγραφή των ποντιακών χωριών και των διαθέσιμων πόρων τους. Για κάθε οικισμό πρέπει να συγκεντρωθούν στοιχεία για την ιστορία της εγκατάστασης, τον τόπο προέλευσης των κατοίκων, τα μνημεία, τα παλιά σχολεία, τα ιστορικά κτίρια, τις εκκλησίες, τα οικογενειακά αρχεία, τις προφορικές μαρτυρίες, τις παραδοσιακές συνταγές, τους παραγωγούς, τους τεχνίτες, τα καταλύματα και τις τοπικές επιχειρήσεις. Παράλληλα, πρέπει να καταγραφούν τα μονοπάτια, τα δάση, τα σημεία φυσικού ενδιαφέροντος και τα εγκαταλειμμένα κτίρια που μπορούν να αποκτήσουν μια νέα χρήση. Η καταγραφή αυτή μπορεί να γίνει με τη συνεργασία πανεπιστημίων, δήμων, συλλόγων και νέων επιστημόνων και να παρουσιαστεί σε έναν ενιαίο ψηφιακό χάρτη.
Μια δεύτερη δράση θα ήταν η καθιέρωση ενός κοινού σήματος ποιότητας με την ονομασία «Ποντιακός Τόπος» ή «Ποντιακή Γη». Το σήμα θα μπορούσε να απονέμεται σε προϊόντα, καταλύματα, χώρους εστίασης, εργαστήρια και πολιτιστικές δράσεις που πληρούν συγκεκριμένες προδιαγραφές. Δεν θα αρκεί η ποντιακή καταγωγή του ιδιοκτήτη ή η χρήση μιας ποντιακής ονομασίας. Θα πρέπει να πιστοποιούνται η ποιότητα, η αυθεντικότητα, η χρήση τοπικών πρώτων υλών, η περιβαλλοντική υπευθυνότητα και η πραγματική σύνδεση με την ποντιακή παράδοση. Έτσι, ο επισκέπτης θα γνωρίζει ότι επιλέγει ένα αξιόπιστο προϊόν ή μια τεκμηριωμένη εμπειρία.
Ιδιαίτερο βάρος πρέπει να δοθεί στην ποντιακή γαστρονομία, η οποία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αλλά ανεπαρκώς αξιοποιημένα πλεονεκτήματά μας. Μπορούν να δημιουργηθούν μικρά εργαστήρια παραγωγής ζυμαρικών, γαλακτοκομικών και άλλων χαρακτηριστικών προϊόντων, επισκέψιμα αγροκτήματα, μαθήματα μαγειρικής και συνεργασίες με εστιατόρια και ξενοδοχεία. Ένα κοινό ηλεκτρονικό κατάστημα θα μπορούσε να διαθέτει τα προϊόντα όλων των συμμετεχόντων παραγωγών, ενώ ένα ετήσιο φεστιβάλ ποντιακής γαστρονομίας θα έφερνε σε επαφή παραγωγούς, μάγειρες, ερευνητές και επισκέπτες. Σκοπός δεν θα ήταν απλώς να προσφερθούν παραδοσιακά εδέσματα σε μια γιορτή, αλλά να δημιουργηθεί μια σταθερή αγορά και ένα αναγνωρίσιμο δίκτυο ποιοτικών προϊόντων.
Παράλληλα, είναι αναγκαία η ίδρυση αγροτουριστικών και κοινωνικών συνεταιρισμών με επαγγελματική οργάνωση. Οι συνεταιρισμοί αυτοί θα μπορούσαν να διαχειρίζονται ξενώνες, εργαστήρια τροφίμων και χειροτεχνίας, αγορές παραγωγών, οργανωμένες ξεναγήσεις, πεζοπορικές διαδρομές και εκπαιδευτικά προγράμματα. Θα μπορούσαν ακόμη να αναλαμβάνουν κοινές υπηρεσίες που είναι δύσκολο να υποστηριχθούν ατομικά, όπως η προβολή, η συσκευασία, η ηλεκτρονική πώληση και η μεταφορά προϊόντων. Για να πετύχουν, όμως, χρειάζονται καθαρούς κανόνες, διαφανείς λογαριασμούς, καταρτισμένη διοίκηση και αξιολόγηση των αποτελεσμάτων τους.
Ακόμη και τα πανηγύρια μας μπορούν να αποκτήσουν έναν ευρύτερο χαρακτήρα. Χωρίς να χάσουν τη χαρά, τη μουσική και τον χορό, μπορούν να μετατραπούν σε πολυήμερες γιορτές πολιτισμού και τοπικής οικονομίας. Δίπλα στο γλέντι μπορούν να οργανώνονται αγορές προϊόντων, εργαστήρια μαγειρικής, ιστορικοί περίπατοι, αφηγήσεις ηλικιωμένων, προβολές ντοκιμαντέρ, εκθέσεις φωτογραφίας, δραστηριότητες για παιδιά και επισκέψεις σε παραγωγικές μονάδες. Η επιτυχία μιας τέτοιας διοργάνωσης δεν θα μετριέται μόνο από τον αριθμό των ανθρώπων που χόρεψαν ένα βράδυ, αλλά και από τις διανυκτερεύσεις, τις πωλήσεις, τις συνεργασίες και τον αριθμό των επισκεπτών που θα επιστρέψουν.
Καθοριστικής σημασίας είναι και η προσέλκυση νέων κατοίκων. Κανένα χωριό δεν μπορεί να αναγεννηθεί μόνο με ηλικιωμένους κατοίκους, παραθεριστές και εθελοντές. Χρειάζονται προγράμματα παραχώρησης κενών κατοικιών με χαμηλό μίσθωμα, χώροι τηλεργασίας με γρήγορο διαδίκτυο, μικρές οικονομικές ενισχύσεις για την πρώτη εγκατάσταση και συμβουλευτική για νέες επιχειρήσεις. Ένα δίκτυο έμπειρων Ποντίων επαγγελματιών θα μπορούσε να καθοδηγεί νέους παραγωγούς και επιχειρηματίες. Παράλληλα, πρέπει να διεκδικηθούν οι βασικές υποδομές που επιτρέπουν σε μια οικογένεια να ζήσει στην περιφέρεια, σχολείο, πρωτοβάθμια υγειονομική φροντίδα, συγκοινωνία, παιδική μέριμνα και αξιόπιστη ψηφιακή σύνδεση.
Η ιστορική μνήμη χρειάζεται επίσης νέα μέσα έκφρασης. Σε κάθε χωριό μπορεί να δημιουργηθεί ένας μικρός «σταθμός μνήμης», χωρίς το μεγάλο κόστος ενός συμβατικού μουσείου. Σε έναν κατάλληλο χώρο θα μπορούσαν να παρουσιάζονται φωτογραφίες, χάρτες, αντικείμενα, οικογενειακά αρχεία, ψηφιακές εφαρμογές και ηχογραφημένες μαρτυρίες ηλικιωμένων. Η προφορική ιστορία πρέπει να καταγραφεί άμεσα, γιατί μαζί με τους τελευταίους ανθρώπους των παλαιότερων γενεών χάνονται πολύτιμες πληροφορίες, λέξεις και προσωπικές εμπειρίες. Κάθε νέος οικισμός πρέπει να συνδεθεί τεκμηριωμένα με την ιστορική του κοιτίδα στον Πόντο, ώστε ο επισκέπτης αλλά και οι νεότεροι κάτοικοι να κατανοούν τη συνέχεια της κοινότητας.
Τα χωριά μπορούν, επίσης, να συνδεθούν μέσα από οργανωμένες θεματικές διαδρομές. Θα μπορούσαν να δημιουργηθούν οι «Δρόμοι της ποντιακής γεύσης», τα «Χωριά των Σανταίων», η διαδρομή «Από τον ξεριζωμό στη νέα πατρίδα», μια διαδρομή ποντιακής μουσικής και κατασκευής λύρας ή ένας κύκλος περιήγησης στα ορεινά ποντιακά χωριά του Βερμίου, της Δράμας ή της Κοζάνης. Οι διαδρομές αυτές πρέπει να προσφέρονται ως ολοκληρωμένες εμπειρίες, με ξεναγήσεις, γεύματα, επισκέψεις σε εργαστήρια, συμμετοχή σε δραστηριότητες και δυνατότητα διαμονής. Έτσι, ο επισκέπτης δεν θα περνά απλώς για λίγες ώρες, αλλά θα παραμένει στην περιοχή και θα στηρίζει περισσότερες τοπικές επιχειρήσεις.
Για την προβολή όλων αυτών απαιτείται μια ενιαία ψηφιακή παρουσία. Μια κοινή ιστοσελίδα και εφαρμογή θα μπορούσαν να παρουσιάζουν τα χωριά, τις διαδρομές, τα καταλύματα, τα προϊόντα, τις εκδηλώσεις και τις ιστορικές πληροφορίες. Ο επισκέπτης θα μπορεί να οργανώνει το ταξίδι του, να κάνει κρατήσεις, να αγοράζει προϊόντα και να ακούει αφηγήσεις σχετικές με κάθε τόπο. Η ψηφιακή προβολή πρέπει να είναι επαγγελματική, πολύγλωσση και να απευθύνεται όχι μόνο στους Ποντίους αλλά σε κάθε άνθρωπο που ενδιαφέρεται για την ιστορία, τη γαστρονομία, τη φύση και τον πολιτισμό.
Σημαντική θα ήταν και η διοργάνωση θερινών σχολείων στα ποντιακά χωριά.
Πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και πολιτιστικοί φορείς θα μπορούσαν να οργανώνουν ολιγοήμερα προγράμματα ιστορίας, διαλέκτου, μουσικής, γαστρονομίας, λαογραφίας και τοπικής ανάπτυξης. Οι φοιτητές και οι ερευνητές θα ζουν για ένα διάστημα στο χωριό, θα συνεργάζονται με τους κατοίκους και θα παράγουν χρήσιμο υλικό, όπως καταγραφές, μελέτες, ψηφιακές εφαρμογές και προτάσεις αποκατάστασης κτιρίων. Έτσι, η επιστημονική γνώση θα συναντά την τοπική εμπειρία και θα αφήνει ένα μόνιμο αποτύπωμα.
Απαραίτητη είναι, ακόμη, η δημιουργία ενός μηχανισμού μικροχρηματοδότησης. Πολλές καλές ιδέες δεν χρειάζονται τεράστια ποσά, αλλά μια μικρή αρχική υποστήριξη. Ένα κοινό ταμείο, με τη συμβολή ιδρυμάτων, επιχειρηματιών, δήμων και της ποντιακής διασποράς, θα μπορούσε να χρηματοδοτεί μικρά εργαστήρια, ξενώνες, πολιτιστικές εφαρμογές, καλλιέργειες και νεοφυείς επιχειρήσεις. Η χρηματοδότηση πρέπει να δίνεται με ανοιχτές διαδικασίες, σαφή κριτήρια και υποχρέωση παρουσίασης των αποτελεσμάτων.
Ιδιαίτερο ρόλο μπορούν να παίξουν οι Πόντιοι της διασποράς, όχι μόνο ως δωρητές αλλά και ως φορείς γνώσης και διεθνών διασυνδέσεων. Επαγγελματίες από την Ευρώπη, την Αμερική και την Αυστραλία μπορούν να προσφέρουν τεχνογνωσία, να ανοίξουν αγορές για τοπικά προϊόντα, να στηρίξουν εκπαιδευτικά προγράμματα και να συμμετάσχουν σε επενδύσεις κοινωνικού χαρακτήρα. Η σχέση με τη διασπορά πρέπει να γίνει σταθερή και οργανωμένη και να μην ενεργοποιείται μόνο στις επετείους ή σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης.
Όλο αυτό το σχέδιο δεν πρέπει να ξεκινήσει ταυτόχρονα σε δεκάδες χωριά, γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να διασκορπιστούν οι δυνάμεις και οι διαθέσιμοι πόροι. Είναι προτιμότερο να επιλεγούν δύο ή τρεις πιλοτικοί τόποι, όπως η Καστανιά Βερμίου και η Νέα Σάντα Κιλκίς, και να εφαρμοστούν εκεί συγκεκριμένες δράσεις. Στην Καστανιά θα μπορούσαν να δημιουργηθούν ένας σταθμός ιστορίας των Σανταίων, μια σχολή ποντιακής γαστρονομίας, ένα δίκτυο μονοπατιών, ξενώνες σε ανακαινισμένα σπίτια και ένα μικρό συνεταιριστικό εργαστήριο προϊόντων.
Μέσα στον πρώτο χρόνο μπορούν να γίνουν ορισμένα απλά αλλά ουσιαστικά βήματα. Αρχικά, χρειάζεται να συγκροτηθεί μια μικρή ομάδα ανθρώπων με διαφορετικές γνώσεις και χωρίς κομματικές ή συλλογικές (ομοσπονδιακές) περιχαρακώσεις. Στη συνέχεια, να επιλεγούν οι πιλοτικοί τόποι, να καταγραφούν οι διαθέσιμοι πόροι και να καταρτιστεί ένα επιχειρησιακό σχέδιο με χρονοδιάγραμμα, προϋπολογισμό και υπεύθυνο για κάθε δράση. Τέλος, σε κάθε χωριό πρέπει να υλοποιηθεί γρήγορα ένα ορατό έργο, όπως μια σηματοδοτημένη διαδρομή μνήμης, ένα επισκέψιμο εργαστήριο ή μια οργανωμένη αγορά παραγωγών. Η πρώτη επιτυχία θα δημιουργήσει εμπιστοσύνη και θα προσελκύσει περισσότερους ανθρώπους.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι να αλλάξει η νοοτροπία μας. Ο πολιτισμός χωρίς οικονομική και κοινωνική βάση δύσκολα επιβιώνει. Ο τουρισμός χωρίς ποιότητα και όρια μπορεί να αλλοιώσει τον τόπο. Η παραγωγή χωρίς συνεργασία παραμένει μικρή και ευάλωτη. Οι επιδοτήσεις χωρίς μακροπρόθεσμο σχέδιο εξαντλούνται χωρίς να αφήνουν αποτέλεσμα. Η ιστορία χωρίς τεκμηρίωση μετατρέπεται εύκολα σε κενό σύνθημα, ενώ οι σύλλογοι χωρίς τη συμμετοχή νέων ανθρώπων γερνούν μαζί με τα χωριά.
Πρέπει, επίσης, να ξεπεράσουμε τις προσωπικές αντιπαλότητες, τον τοπικισμό και την αγωνία για το ποιος θα έχει τον πρώτο λόγο. Η ανάπτυξη ενός χωριού δεν μπορεί να εξαρτάται από έναν δήμαρχο, έναν πρόεδρο συλλόγου, έναν επιχειρηματία ή έναν ευεργέτη. Χρειάζονται θεσμοί που θα συνεχίζουν να λειτουργούν όταν αλλάζουν τα πρόσωπα. Χρειάζεται να μάθουμε να αξιολογούμε κάθε πρωτοβουλία όχι από το ποιος την πρότεινε, αλλά από το αν μπορεί να δημιουργήσει εργασία, να διατηρήσει πληθυσμό, να προστατεύσει το περιβάλλον , να υπηρετήσει το κοινό συμφέρον και να παράξει πελόνασμα οικονομικό και πολιτιστικό.
Η σύγκριση με το Μέτσοβο και τα επιτυχημένα βλαχικά χωριά δεν πρέπει να γεννά μειονεξία ούτε έναν άγονο ανταγωνισμό ανάμεσα σε κοινότητες. Πρέπει να λειτουργήσει ως αφορμή μάθησης. Οφείλουμε να μελετήσουμε τους θεσμούς, τις συνεργασίες, την αξιοποίηση της ευεργεσίας, την προστασία της αρχιτεκτονικής, την οργάνωση της παραγωγής και τη σύνδεση του τουρισμού με την τοπική οικονομία. Στη συνέχεια, πρέπει να προσαρμόσουμε όσα μπορούν να μας φανούν χρήσιμα στις ιδιαίτερες ανάγκες και δυνατότητες των ποντιακών χωριών.
Ο ποντιακός ελληνισμός απέδειξε μέσα στην ιστορία ότι διαθέτει τεράστιες δυνάμεις επιβίωσης και δημιουργίας. Οι πρόσφυγες έφτασαν στην Ελλάδα ξεριζωμένοι και, μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, δημιούργησαν νέα χωριά, καλλιέργησαν τη γη, ανέπτυξαν το εμπόριο, ίδρυσαν σχολεία και συλλόγους και συνέβαλαν αποφασιστικά στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας. Το σημερινό στοίχημα είναι διαφορετικό, αλλά εξίσου σημαντικό: να εμποδίσουμε τα χωριά που εκείνοι δημιούργησαν να ερημώσουν.
Για να το πετύχουμε, πρέπει να μετατρέψουμε τη μνήμη σε δημιουργία, την ταυτότητα σε συνεργασία και την παράδοση σε σύγχρονη παραγωγική δύναμη. Τα ποντιακά χωριά δεν πρέπει να είναι τόποι στους οποίους επιστρέφουμε μόνο μία φορά τον χρόνο για ένα πανηγύρι ή ένα μνημόσυνο. Πρέπει να γίνουν τόποι στους οποίους οι άνθρωποι μπορούν να ζουν, να εργάζονται, να παράγουν, να δημιουργούν οικογένειες και να σχεδιάζουν το μέλλον τους. Μόνο τότε η ποντιακή παράδοση θα πάψει να είναι αποκλειστικά μια ένδοξη ανάμνηση του παρελθόντος και θα μετατραπεί σε ζωντανή δύναμη για το μέλλον.
Στα χωριά μας κάποτε οι βαφτίσεις θα πρέπει να γίνουν περισσότερες από τις κηδείες.
Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην προσωπική σελίδα του Θανάση Στυλίδη στο fb