Το 1921, στη διάσκεψη των συμμάχων στο Παρίσι, η Βόρεια Ήπειρος επιδικάστηκε στην Αλβανία.

Η παραχώρηση αυτή της Βορείου Ηπείρου στην Αλβανία δημιούργησε προβλήματα μεταξύ της Ελλάδος και της Αλβανίας ως προς τον καθορισμό των συνόρων.

Προκειμένου να καταλήξουν σε συμφωνία, οι δύο πλευρές, σχηματίστηκε τριεθνής επιτροπή, αποτελούμενη από την Αλβανία, την Ελλάδα και την Ιταλία.

Η συνάντηση είχε οριστεί για τις 27 Αυγούστου 1923, στις 9.00 π.μ., στα ελληνοαλβανικά σύνορα, κοντά στην Κακαβιά.

Η ελληνική και η ιταλική αποστολή αναχώρησε με ξεχωριστό αυτοκίνητο από τα Ιωάννινα.

Οι Ιταλοί προπορεύτηκαν και η ελληνική αντιπροσωπεία, δέκα χιλιόμετρα πριν τα σύνορα, στη θέση Ζέπι κοντά στην Κακαβιά, συνάντησε το ιταλικό αυτοκίνητο, το οποίο είχε δεχθεί πυρά. Οι επιβαίνοντες ήταν όλοι νεκροί.

Η ιταλική κυβέρνηση, θεωρώντας την Ελλάδα υπεύθυνη για τη δολοφονία αυτή, υπέβαλε μια σειρά αιτημάτων προς την ελληνική κυβέρνηση, τα οποία δεν έγιναν όλα δεκτά, επειδή παραβιαζόταν η εθνική μας κυριαρχία.

Στις 31 Αυγούστου 1923, το απόγευμα, στο πλαίσιο της εφαρμογής του σχεδίου τους για την κατάληψη της Κέρκυρας ως ενεχύρου για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους, και παρότι ειδοποιήθηκαν από τον Νομάρχη Ευριπαίο ότι “το Παλαιόν Φρούριον κατοικείται παρά επτακισχιλίων προσφύγων, στερούμενον πάσης στρατιωτικής δυνάμεως προς αντίστασιν και ότι εντός αυτού υπάρχει Νοσοκομείον πλήρες ασθενών και ότι ευρίσκονται εν αυτώ 350 περίπου ορφανά, διατελούντα υπό την προστασίαν του Άγγλου Δημάρχου του Λονδίνου”, οι Ιταλοί βομβαρδίζουν το Νέο ταυτόχρονα και το Παλαιό Φρούριο Κέρκυρας.

Ο βομβαρδισμός του Παλαιού Φρουρίου έγινε από απόσταση μικρότερη των 300 μέτρων, διήρκησε 25 λεπτά και στοίχισε τη ζωή σε 15 αμάχους, από τους οποίους οι 13 ήταν πρόσφυγες, καθώς και τον τραυματισμό 35 προσφύγων.

Μετά τις 10 το βράδυ, ο Ναύαρχος Μπελλένι, κάλεσε τον Δημαρχεύοντα Μανιαρίζη και του έδωσε την αυστηρή διαταγή όπως ενταφιαστούν τα θύματα του βομβαρδισμού πριν το ξημέρωμα της άλλης ημέρας, χωρίς νεκρική πομπή.

Ο Δημαρχών παρατήρησε ότι, λόγω του προχωρημένου της ώρας, ίσως δεν θα ήταν εύκολη η εκτέλεση της διαταγής του.

Ο Ναύαρχος επανέλαβε, σε εντονότερο ύφος, τη διαταγή του, αφήνοντας να εννοηθεί σαφώς ότι η διαταγή του δεν είναι επιδεκτική συζητήσεως.

Ο Δημαρχών, αγνοώντας το γεγονός ότι επρόκειτο για κατοχή της νήσου και υποπτευθείς ότι, μετά τον ενταφιασμό των άτυχων θυμάτων, οι Ιταλοί θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι δεν σκοτώθηκαν από τις οβίδες των πλοίων τους, διέταξε να μεταφερθούν μεν οι σοροί των θυμάτων από το Φρούριο, κατά τη διάρκεια της νύκτας, αλλά να μην ενταφιαστούν.

Ταυτόχρονα, παρήγγειλε εις τον τότε αστίατρο Ν. Βασιλά και τους ιατρούς Γ. Πολίτη και Σ. Στίνη να προβούν σε νεκροψία και να υποβάλουν την έκθεσή τους. Πράγματι, τα ξημερώματα της επομένης, οι σοροί των θυμάτων μεταφέρθηκαν με δύο δίτροχα κάρα στο νεκροταφείο και ετάφησαν σε δύο μεγάλους τάφους, αφού προηγουμένως είχε γίνει η σχετική νεκροψία.

Τα θύματα:

1.Κωνσταντίνος Αθανασίου, ετών 12, εκ Μικράς Ασίας.

2.Χαράλαμπος Γ. Πρασίνης, ετών 12, εκ Μικράς Ασίας.

3.Κυριακούλα Γυφτογιάννη, ετών 65, εκ Μικράς Ασίας.

4.Καραμπέτ Οτογιάν, ετών 55, Αρμένιος.

5.Θεόδωρο Φράγγος, ετών 60, εκ Μικράς Ασίας.

6.Αγαθή (αγνώστου επιθέτου), υπηρέτρια της Βρυώνης, ετών 45, εκ Πατρών.

7.Αικατερίνη Θεοδώρου Λεπτίδη, ετών 50, εξ Ικονίου.

8.Μαρία Γεωργίου Λεπτίδη, ετών 30, εξ Ικονίου.

9.Θεογνωσία Δημ. Τακτατζόγλου, ετών 45, εξ Ικονίου.

10.Γιαννώφ Ναζαριάν, ετών 52, Αρμένιος.

11.Καβάς Σοκόγλου, ετών 12, εξ Ικονίου.

12.Χαράλαμπος Κωνστ. Δασκαλόπουλος, ετών 15, εξ Ικονίου.

13.Διαμάντω Κυρίλλου, ετών 40, εκ Μικράς Ασίας.

14.Χασίκ Χαστριάν, ετών 6, Αρμένιος.

15.Μαρία Γερασ. Βρυώνη, ετών 7, εκ Κερκύρας.

Οι πρόσφυγες έφυγαν από το Φρούριο και συγκεντρώθηκαν στην πλατεία της Σπιανάδας. Το θέαμα ήταν λυπηρό. Παρέμειναν όλη τη νύχτα άυπνοι, κατατρομαγμένοι, κλαίγοντας για τους προσφιλείς τους, οι οποίοι έχασαν τη ζωή τους από τον βομβαρδισμό. Την επομένη ημέρα, το πρωί, δειλά-δειλά, επέστρεψαν στο Φρούριο.

Ο Μητροπολίτης Κερκύρας και Παξών Αθηναγόρας προσκλήθηκε την επομένη του βομβαρδισμού από τον Ιταλό διοικητή της νήσου ναύαρχο Simoneti: “Χαίρω πολύ δια την γνωριμίαν σας” του είπε ο Ναύαρχος.

Κι΄ εγώ χαίρω πολύ”, απάντησε ο Αθηναγόρας, “τούτο όμως δεν με εμποδίζει να διαμαρτυρηθώ εντόνως δια τα χθεσινά κατορθώματα του στόλου σας, ο οποίος εδολοφόνησεν άοπλα και αθώα πλάσματα, τα οποία διέφυγαν την Κεμαλικήν μάχαιραν δια να πέσωσιν υπό τα πλήγματα των οβίδων του Χριστιανισμού της Δύσεως”.

Σπυρίδων Μουρατίδης, Διδάκτωρ Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου.

Δημοσίευση στην σελίδα της Ευξείνου Λέσχης Ποντίων Κέρκυρας στο fb.