ΚΕΙΜΕΝΟ – ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ:

ΦΟΡΗΣ ΠΕΤΑΛΙΔΗΣ

Ένα μεγάλο αφιέρωμα στα 50 χρόνια καλλιτεχνικής πορείας του Στάθη Νικολαΐδη, ενός από τους σημαντικότερους και πιο αγαπητούς εκπροσώπους του ποντιακού τραγουδιού τίμησε ο Δήμος Παύλου Μελά στο Ανοιχτό Θέατρο Κρύας Βρύσης «Τάσος Πεζιρκιανίδης» το οποίο γέμισε κόσμο, αναγνωρίζοντας έτσι τον σπουδαίο τραγουδιστή του ποντιακού ελληνισμού το βράδυ της Δευτέρας 14 Σεπτεμβρίου 2026.

Πέντε δεκαετίες τραγούδι. Πέντε δεκαετίες παρουσίας, δημιουργίας και προσφοράς σε μια μουσική παράδοση που παραμένει βαθιά ριζωμένη και ταυτόχρονα απολύτως ζωντανή. Αυτό φάνηκε στις γεμάτες κερκίδες. Στους ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών που τραγουδούσαν μαζί. Στη συγκίνηση που δημιουργεί ο ήχος της λύρας όταν συναντά τραγούδια που περνούν από γενιά σε γενιά.

Στην εκδήλωση για τα 50 χρόνια της καλλιτεχνικής πορείας ενός από τους σπουδαιότερους εκφραστές του ποντιακού τραγουδιού, εκτός από τον τιμώμενο Στάθη Νικολαΐδη τραγούδησαν και έπαιξαν μουσική οι καλλιτέχνες:

Πέλα Νικολαΐδη, Γιάννης Τσιτιρίδης,  Στάθης Πορφυρίδης, Κώστας Πουτακίδης, Μπάμπης Κεμανετζίδης, Δημήτρης Ξενιτόπουλος, Λάκης Παναγιωτίδης (πλήκτρα και μουσική επιμέλεια), Γιάννης Αντωνιάδης (τύμπανα), Δημήτρης Μητρούλης (νταούλι).

Ξεχωριστή στιγμή ήταν όταν μετά την προτροπή της Πέλας Νικολαΐδη, ανέβηκαν και τραγούδησαν μαζί και οι άλλες δύο κόρες του Στάθη Νικολαΐδη, η Ανθούλα και η Γεσθημανή, αφιερώνοντας το τραγούδι στον αγαπημένο τους πατέρα.

Ο Δημήτρης Ασλανίδης

Όπως τόνισε και ο Δήμαρχος Παύλου Μελά, Δημήτρης Ασλανίδης, στον χαιρετισμό του: «Απόψε έχουμε έναν πολύ όμορφο λόγο να είμαστε όλοι εδώ. Τιμούμε έναν άνθρωπο που εδώ και μισό αιώνα υπηρετεί το ποντιακό τραγούδι. Τον Στάθη Νικολαΐδη. Πενήντα χρόνια πάνω στη σκηνή δεν είναι απλώς μια μεγάλη καλλιτεχνική διαδρομή. Είναι μια ολόκληρη ζωή. Τραγούδια, ταξίδια, συνεργασίες, γλέντια, συγκινήσεις. Και γενιές Ποντίων που μεγάλωσαν ακούγοντας αυτή τη φωνή. Νομίζω ότι αυτό έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία εδώ, στον Δήμο Παύλου Μελά. Σε έναν τόπο με έντονο το ποντιακό στοιχείο. Σε γειτονιές όπου η προσφυγική μνήμη δεν βρίσκεται μόνο στα βιβλία και στις επετείους αλλά υπάρχει μέσα στις οικογένειες. Στις ιστορίες των παππούδων. Στα σωματεία μας. Στους χορούς, στις παρέες, στα τραπέζια μας.

Και δεν είναι τυχαίο ότι βρισκόμαστε απόψε σε ένα θέατρο που κρατά το όνομα ενός δικού μας ανθρώπου της τέχνης, του Τάσου Πεζιρκιανίδη. Γιατί το ποντιακό τραγούδι έχει κάτι ξεχωριστό. Μπορεί μέσα σε λίγους στίχους να χωρέσει έναν ξεριζωμό, μια πατρίδα που έμεινε πίσω, τη νοσταλγία, την αγάπη, αλλά και τη χαρά της ζωής. Η λύρα μπορεί να σε γυρίσει εκατό χρόνια πίσω. Και την ίδια στιγμή να σηκώσει ένα παιδί είκοσι χρονών να χορέψει σήμερα. Αυτό είναι, για μένα, το πιο σημαντικό.

Η παράδοση δεν είναι κάτι που το κλείνουμε σε μια προθήκη για να το κοιτάμε από απόσταση. Είναι ζωντανή όταν περνά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Όταν τραγουδιέται. Όταν χορεύεται. Όταν αλλάζουν οι γενιές, αλλά το νήμα δεν κόβεται.

Και το ποντιακό τραγούδι είναι σήμερα εδώ. Ζωντανό. Γεμίζει θέατρα και πλατείες, πανηγύρια και μουσικές σκηνές. Συγκινεί τους μεγαλύτερους και βρίσκει συνεχώς νέους ανθρώπους που το αγαπούν και το συνεχίζουν.

Σε αυτή τη συνέχεια, άνθρωποι όπως ο Στάθης Νικολαΐδης έχουν παίξει πολύ μεγάλο ρόλο. Γιατί δεν κράτησαν απλώς κάποια τραγούδια ζωντανά. Τους έδωσαν τη φωνή τους. Τα ταξίδεψαν από τόπο σε τόπο και από γενιά σε γενιά. Και απόψε, δίπλα του, τραγουδά και η κόρη του, η Πέλα. Δεν νομίζω ότι υπάρχει πιο καθαρή εικόνα για το τι σημαίνει παράδοση που περνά από γενιά σε γενιά. Δεν το διαβάζουμε -το βλέπουμε- το ζούμε. Ο Στάθης κουβαλά, άλλωστε, και ο ίδιος μια διαδρομή που μοιάζει με τις μεγάλες διαδρομές του ποντιακού ελληνισμού. Από το Καζακστάν στην Ελλάδα. Από τα πρώτα ακούσματα μέσα στο σπίτι, με τον πατέρα στη λύρα και τη μητέρα να τραγουδά, μέχρι τις μεγάλες σκηνές και μια δισκογραφία δεκαετιών.

Και υπήρξε μια στιγμή που αυτή η φωνή ακούστηκε πολύ πιο μακριά από τον ποντιακό κόσμο. Όταν ο Στάθης Νικολαΐδης συνάντησε τον Στέλιο Καζαντζίδη. Τότε όλη η Ελλάδα κατάλαβε αυτό που πολλοί το ήξεραν από πάντα. Απόψε λοιπόν δεν τιμούμε μόνο τα 50 χρόνια ενός καλλιτέχνη. Λέμε ένα μεγάλο «ευχαριστώ» σε έναν άνθρωπο που έβαλε τη δική του φωνή σε μια μεγάλη αλυσίδα μνήμης και πολιτισμού.

Αγαπητέ Στάθη, σου εύχομαι υγεία και πολλές ακόμη όμορφες στιγμές πάνω στη σκηνή. Να συνεχίσεις να τραγουδάς και να μας συγκινείς. Θέλω να ευχαριστήσω όλους τους καλλιτέχνες που βρίσκονται απόψε μαζί μας,  την Ένωση Ποντίων Πολίχνης και όλους όσοι δούλεψαν για αυτή τη βραδιά. Να είμαστε καλά, να συναντιόμαστε, να τραγουδάμε και να κρατάμε αυτή την παράδοση ζωντανή. Όχι μόνο επειδή μας θυμίζει από πού ερχόμαστε. Αλλά επειδή εξακολουθεί να είναι κομμάτι αυτού που είμαστε σήμερα. Καλή δύναμη και καλή συνέχεια, Στάθη.

Η Γεωργία Σιδηροπούλου

Την παρουσίαση της εκδήλωσης έκανε η Γεωργία Σιδηροπούλου, η οποία αναφέρθηκε στην καλλιτεχνική πορεία του Στάθη Νικολαΐδη επισημαίνοντας.

«Έχουμε την τιμή να σταθούμε στους λόγους που παραμένει αστείρευτο για χρόνια, αυτό το αληθινό χαμόγελο, ενός ανθρώπου που ενώ η ζωή του έβαζε τρικλοποδιές, εκείνος την χόρευε και την τραγουδούσε χαμογελώντας, προσφέροντας απλόχερα σε όλους εμάς τη δύναμη και το πείσμα που προσδίδει η Ποντιακή ψυχή.

Από την Κουνάκα της Ματσούκας και από το Ριζαίον και τα Κοτύωρα, οι γονείς του Στάθη Νικολαίδη, Γιάννης και Ανθούλα, Έλληνες Πόντιοι, το 1917 μεταναστεύουν από τον Πόντο και αρχικά εγκαθίστανται στο Σοχούμι.

Το 1949, μια δεύτερη μετανάστευση… εξορίζονται στο Καζακστάν κι εκεί, στις 4 Αυγούστου το 1958 στο Ιλίτζ γεννιέται ο Στάθης Νικολαίδης.

Το 1966 η οικογένεια μετανάστευσε για ακόμη μια φορά, και έφτασε στην Ελλάδα όπου εγκαταστάθηκε αρχικά στο Περιστέρι και αργότερα στον Ασπρόπυργο της Αθήνας. Τα πρώτα του μουσικά ακούσματα, όπως και οι αξίες και το ήθος του ξεκίνησαν μέσα από το σπίτι: ο πατέρας του έπαιζε λύρα και η μητέρα του τραγουδούσε με εξαιρετική φωνή. Ο ίδιος τραγούδησε για πρώτη φορά σε ηλικία έξι ετών, συγκινώντας τους γέροντες Πόντιους στο Καζακστάν με τραγούδια για την Ελλάδα.

Το 1973 συμμετείχε στη δημιουργία ποντιακού συλλόγου στην Ελευσίνα και άρχισε να ασχολείται πιο ενεργά με το ποντιακό τραγούδι.

Η καλλιτεχνική του πορεία στο τραγούδι ξεκίνησε ουσιαστικά όταν τον Απρίλιο του 1977, στα πλαίσια μιας γαμήλιας τελετής, βρέθηκε με συγγενείς και φίλους στο ποντιακό κέντρο διασκέδασης «Κορτσόπον» στην Καλλιθέα.

Πριν από αυτό όμως, αξίζει να σημειωθεί πως το ανήσυχο καλλιτεχνικό πνεύμα του Στάθη Νικολαίδη στάθηκε για λίγο και σε άλλα μουσικά όργανα… ξεκίνησε με δάσκαλο να μαθαίνει ακορντεόν… μετά έμαθε μπουζούκι, μα είναι σπουδαίο το ότι τελικά όλα αυτά έγιναν για να φτιάξει μια ολόκληρη καλλιτεχνική ζωή με μελωδίες Πόντου, όπως πρόσταζαν τα κύτταρα του… «… άρχισα να μαθαίνω ακορντεόν με δάσκαλο, μα εκείνος έφυγε από την περιοχή και τον έχασα… μετά είπα θα μάθω μπουζούκι, και πάλι δεν ξέρω πως, έχασα το δάσκαλο».

Σ’ εκείνο το γάμο λοιπόν, ήταν μαζί με τον αήμνειστο αδελφό του Χαράλαμπο Νικολαΐδη, που έπαιζε λύρα και ο Στάθης ανέβηκε στη σκηνή για να τραγουδήσει δύο τραγούδια… μόνο δύο τραγούδια…

Εκεί τον άκουσε ο «Πατριάρχης» της λύρας, Γώγος Πετρίδης, ο οποίος τον ξεχώρισε αμέσως και πρότεινε στον ιδιοκτήτη του κέντρου να του δώσει μόνιμη θέση. Την επόμενη μέρα ο Στάθης Νικολαΐδης δέχτηκε την πρόταση να τραγουδάει τα Σαββατοκύριακα στο «Κορτσόπον», με τη συνοδεία μάλιστα του αείμνηστου Κωστίκα Τσακαλίδη.

Το γεγονός αυτό σηματοδότησε την αρχή της επαγγελματικής του πορείας στο ποντιακό τραγούδι που έμελλε να διαρκέσει για πολλές δεκαετίες.

«…στο τραγούδι με έβγαλε ο Γώγος και στη δισκογραφία ο Τσανάκαλης», μας λέει χαρακτηριστικά, αγνά, δίχως κομπιάσματα και κρυψινισμούς, με καθαρή ψυχή και αναγνώριση ως προς εκείνους που στάθηκαν δίπλα του σε μια εποχή που ο ρατσισμός άνθιζε αλλά το φως των ανθρώπων ήταν σημαντικότερο από τα σκοτάδια τους…

Το 1978, σε συνεργασία με τον Γιάννη Τσανάκαλη, ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο «Οι Κεμεντσ̌εντσ̌ήδες», ενόσω μάλιστα υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία, λαμβάνοντας μία τετραήμερη άδεια για τον σκοπό αυτό.

Κατά τη διάρκεια της καριέρας του συνεργάστηκε με κορυφαίους μουσικούς, όπως οι Γιάννης Τσανάκαλης, Χρήστος Χρυσανθόπουλος, Γιώργος Αμαραντίδης, Σταύρος Πετρίδης, Μιχάλης Καλιοντζίδης, Θεόδωρος Βεροιώτης, Γιώργος Ατματσίδης, Δημήτρης Καρασαββίδης, Παναγιώτης Ασλανίδης και πολλοί άλλοι.

Εμφανίστηκε σε μεγάλα ποντιακά κέντρα διασκέδασης, όπως ο «Φάρος», το «Κορτσόπον» και η «Λεμόνα» στην Αθήνα, το «Μίθριο», οι «Αργοναύτες» και ο «Αρίων» στη Θεσσαλονίκη. Πραγματοποίησε επίσης πολυάριθμες περιοδείες στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, στη Γερμανία, στον Καναδά, στην Αυστραλία και στη Ρωσία.

Το 1988, συνεργάστηκε με τον Γιώργο Αμαραντίδη στη Βέροια μία συνεργασία που τον καθιέρωσε έκτοτε στην ποντιακή μουσ Κορυφαίος σταθμός της πορείας του υπήρξε η συνεργασία του με τον Στέλιο Καζαντζίδη στους δίσκους «Συναπάντεμαν» (1994) και «Πατρίδα μ’, αραεύω σε» (1997), δίσκοι οι οποίοι έγιναν χρυσοί και τον έκαναν γνωστό σε ένα ευρύτερο κοινό πέραν του ποντιακού χώρου. Ο ίδιος ο Στέλιος βάφτισε την κόρη του, Γεσθημανή, στην Παναγία Κανάλα της Αθήνας, δίνοντάς της το όνομα της μητέρας του.

Η δισκογραφία του Στάθη Νικολαΐδη ξεπερνά τους 30 προσωπικούς δίσκους, ενώ έχει συμμετάσχει σε πολλές ακόμη ηχογραφήσεις. Ξεχωριστή στιγμή για τον ίδιο ήταν όταν το 2014 συμμετείχε στα γυρίσματα του βίντεοκλιπ του τραγουδιού «Ξενιτεμέντσα Παναΐα» στην Παναγία Σουμελά στον Πόντο, κατά την πρώτη και μοναδική επίσκεψή του στην πατρίδα των προγόνων του.

Η πολυσχιδής καλλιτεχνική του παρουσία περιλαμβάνει συμμετοχές και στο θέατρο («Ειρήνη» του Αριστοφάνη με απόδοση στην ποντιακή γλώσσα) αλλά και στις τηλεταινίες με ποντιακή θεματολογία που κυκλοφόρησε η εταιρεία Vasipap κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’80.

Η καλλιτεχνική του πορεία μετρά πλέον 50 χρόνια, με ανεκτίμητη προσφορά στη διατήρηση και διάδοση της ποντιακής μουσικής παράδοσης.

Στην προσωπική του ζωή, από το 1980 είναι παντρεμένος με τη Σοφία Νικολαΐδη (το γένος Τσολερίδου), μια σπουδαία σύζυγος και μητέρα, αλλά και μια σπάνια τραγουδίστρια της ποντιακής μουσικής σκηνής, με την οποία συνεργάστηκαν καλλιτεχνικά σε πολλές εμφανίσεις.

Μαζί απέκτησαν τρεις κόρες: την Ανθούλα, την Πελαγία και τη Γεσθημανή. Στη Θεσσαλονίκη όπου ζουν από το 1991, το σπίτι τους είναι γεμάτο με ανθρώπους, μουσικές και τραγούδια.

Κι αν τελικά η μοίρα των ανθρώπων είναι γραμμένη από πριν έρθουν στη ζωή, η μοίρα του Στάθη σίγουρα θα έγραφε «Μην σταματάς να τραγουδάς, σε χαρά και σε λύπη… ακόμη κι αν γεννιούνται ή χάνονται οι άνθρωποι, ΕΣΥ ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΣ του Πόντου τα Παρχάρια, τα κρύα τα νερά, την Πατρίδα και τα χώματα της… γι’ αυτό σε γέννησαν η μάνα κι ο πατέρας σου, για να τραγουδάς».

Είναι σπάνιο τελικά να αντιλαμβάνεται κάποιος το πως και το γιατί ορισμένοι άνθρωποι επιμένουν να χαμογελούν!

Έζησε διωγμούς, μετανάστευση, ρατσισμό και πόνο… βρέθηκε στο περιθώριο όταν άλλαζαν οι καιροί… τον ξέχασαν οι ευεργετημένοι… αλλά αυτός εκεί… για 50 ολόκληρα χρόνια επιμένει να προσφέρει ακούραστα και αδιαπραγμάτευτα, ως ένας ακόμη απλός εργάτης της Μνήμης και της Νοσταλγίας του πολιτισμού του Πόντου.

Σταθερή αξία η οικογένεια, η πίστη και το χαμόγελο του…

Γιατί, τελικά δεν έχει σημασία από που έρχεται κάποιος …  αλλά από που προέρχεται…

Ο Σάββας Μαυρίδης

Στο τέλος της εκδήλωσης ο καθηγητής στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδος Σάββας Μαυρίδης αναφέρθηκε στα χρόνια γνωριμίας του με τον Στάθη Νικολαΐδη στην Αθήνα, όταν άρχιζε νεαρός τότε στο ποντιακό τραγούδι και αυτός ήταν χοροδιδάσκαλος, τονίζοντας ότι από την πρώτη στιγμή ξεχώρισε και στη συνέχεια η οποία του το έδειξε έμπρακτα.

Ο Δήμος Παύλου Μελά δια του δημάρχου Δημήτρη Ασλανίδη τίμησε τον Στάθη Νικολαΐδη με τιμητική πλακέτα, ο οποίος ευχαρίστησε τόσο τον δήμο που τον τίμησε, όσο και τους καλλιτέχνες που συμμετείχαν στην εκδήλωση και τον κόσμο που γέμισε ασφυτικά το ανοιχτό θέατρο στην Πολίχνη.

Στο τέλος της εκδήλωσης το χορευτικό συγκρότημα της Ένωσης Ποντίων Πολίχνης, χόρεψε προς τιμήν του Στάθη Νικολαΐδη αποσπώντας το θερμό χειροκρότημα των παρευρισκομένων.

Με ανακοίνωσή του μετά την εκδήλωση ο Δήμος Παύλο Μελά ανέφερε.

Για τον Δήμο Παύλου Μελά, έναν τόπο με ισχυρό ποντιακό και προσφυγικό στοιχείο, τέτοιες εκδηλώσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία. Γιατί η παράδοση δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Είναι μνήμη, ταυτότητα και συνέχεια. Είναι το τραγούδι που γνωρίζουν οι μεγαλύτεροι και μαθαίνουν οι νεότεροι. Είναι η λύρα που εξακολουθεί να συγκινεί και να ενώνει.

Ο Δήμος Παύλου Μελά ευχαριστεί θερμά τον Στάθη Νικολαΐδη για τη μεγάλη προσφορά του στο ποντιακό τραγούδι, όλους τους καλλιτέχνες και τους μουσικούς που συμμετείχαν, την Ένωση Ποντίων Πολίχνης, καθώς και όλους όσοι συνέβαλαν στην προετοιμασία και την επιτυχία της εκδήλωσης.

Και, πάνω απ’ όλα, ένα μεγάλο ευχαριστώ στον κόσμο που γέμισε το θέατρο και έκανε αυτή τη βραδιά ακόμη πιο ξεχωριστή. Η παράδοση μένει ζωντανή όταν εξακολουθούμε να τη μοιραζόμαστε.