Για την προσωπικότητα του Εθνομάρτυρα Νίκου Καπετανίδη, του προοδευτικού εκδότη και δημοσιογράφου του Πόντου, ο οποίος ήταν μπροστά από την εποχή του, αναφέρθηκε ο Χάρης Καστανίδης, πρώην υπουργός, βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης του ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ, στην ομιλία του κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Κώστα Καπετανίδη “Η Δύση του Ποντιακού Ελληνισμού από την πένα του Νίκου Καπετανίδη”, η οποία έγινε σε ξενοδοχείο της Σταυρούπολης Θεσσαλονίκης το βράδυ της Παρασκευής 17 Ιουνίου 2022.

Στην ομιλία του ο Χάρης Καστανίδης, ανέφερε:

Όταν έλαβα τη, μεταφερόμενη από τον Γιώργο Γεωργιάδη, πρόσκληση του Κώστα Καπετανίδη, να συμμετάσχω στην παρουσίαση του βιβλίου, αποδέχθηκα με πολύ μεγάλη χαρά και χωρίς δεύτερη σκέψη, για δύο λόγους. Ο πρώτος ήταν, ότι, χρόνια τώρα, στις πολλές δημόσιες αφηγήσεις μου για την τραγωδία του Πόντου, η στροφή της γλώσσας και της μνήμης, αλλά και των συνθηκών, δεν έφερε να μιλήσω για τον Νίκο Καπετανίδη. Μπορεί, συγκλονισμένος, να μιλούσα για το δράμα της Σαντέας μάνας, που έπνιξε το παιδί της, για να διασωθούν όσοι κρύβονταν στα δάση διωκόμενοι, γεγονός που αποτελεί συλλογικό τραύμα στη μνήμη των Ποντίων, ωστόσο, δεν μου δόθηκε μέχρι σήμερα η ευκαιρία να μιλήσω για τον Νίκο Καπετανίδη. Αυτός, λοιπόν, είναι ο πρώτος λόγος, για τον οποίο, με μεγάλη χαρά, δέχθηκα την πρόσκληση για τη σημερινή εκδήλωση.

Ο δεύτερος λόγος, αφορά σε ένα ερώτημα, που πάντοτε με βασανίζει και σχετίζεται με την εθνική μας αυτογνωσία. Γιατί, οι Έλληνες, πρέπει να γνωρίζουν το Συγγρό, αλλά όχι τον Σέκερη; Ένας τεράστιος δρόμος, μια τεράστια λεωφόρος στην Αθήνα, έχει πάρει το όνομα του Συγγρού, του ανθρώπου, δηλαδή, που λίγο πριν τη χρεωκοπία του 1893, έπαιζε παιχνίδια κερδοσκοπίας, μαζί με τον τότε βασιλιά, σε βάρος των ελληνικών ομολόγων. Ωστόσο, δεν είναι ευρέως γνωστός ο τραπεζίτης Σέκερης, ο οποίος δαπάνησε όλη την περιουσία του στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς να σκεφτεί τίποτα, υπέρ της εθνικής ανεξαρτησίας. Η οδός Σέκερη, είναι ένας πολύ μικρός δρόμος στην Αθήνα, ένας ανήλιαγος δρόμος. Έτσι τιμά η Ελλάς τον Σέκερη. Κάτω από τις φυλλωσιές των δέντρων.

Γιατί, οι Έλληνες, πρέπει να ξέρουν τον Υδραίο Κουντουριώτη, μεγάλο πλοιοκτήτη και απολύτως συμβιβασμένο, ενάντια στην εθνική εξέγερση, ο οποίος μετέπειτα και κατά περίεργο τρόπο, μετατράπηκε σε εθνικό είδωλο; Αγνοούν, ωστόσο, τον πλοίαρχο Οικονόμου, που σήκωσε, στο κέντρο της Ύδρας, τη σημαία της επανάστασης. Τον Οικονόμου, όταν πέρασε στην απέναντι πλευρά, στην Πελοπόννησο, αυτοί που ήταν συνασπισμένοι ενάντια στον αγώνα του έθνους, τον δολοφόνησαν. Η χώρα αγνοεί τον Οικονόμου. Γιατί, λοιπόν, πρέπει να γνωρίζουμε, καθέναν, ο οποίος έχει ελάχιστη συνεισφορά σε αυτόν τον τόπο, αλλά αγνοούμε τον Νικόλαο Καπετανίδη; Αυτός ήταν ο δεύτερος λόγος, που έχει σχέση με την εθνική αυτογνωσία.

Ο κόσμος, διαβάζοντας ή μαθαίνοντας ή αισθανόμενος την ποντιακή γενοκτονία πρέπει να γνωρίζει ότι στην πρώτη γραμμή των αγώνων βρέθηκε ο Νίκος Καπετανίδης, ο οποίος στα 32 του χρόνια πρόλαβε να είναι εκδότης και δημοσιογράφος, λογοτέχνης, εθνικός οραματιστής και κοινωνικός επαναστάτης. Ο Νίκος Καπετανίδης πρόλαβε να είναι όλα αυτά, στα μόλις 32 του χρόνια.

Καθώς, λοιπόν, κάθε βιβλίο είναι ό,τι γράφει αλλά και ό,τι θέλει να παρουσιάσει ο καθένας από εμάς, επιτρέψτε μου, να αναδείξω όχι τον μαρτυρικό του θάνατο, όταν τον Σεπτέμβριο του 1921 πηγαίνει στην αγχόνη και περήφανος ως Έλληνας, πεθαίνει, αλλά τον αγώνα που δίνει, μέσα από την Εποχή. Το βιβλίο του Κώστα Καπετανίδη, δεν αποτελεί την ανάπτυξη της βιογραφίας του Νίκου Καπετανίδη, καθώς αυτό ήταν το περιεχόμενο του προηγούμενου βιβλίου του, αλλά επιχειρεί την προσέγγιση αυτού του φοβερού ταλέντου, αυτού του πατριώτη, μέσα από της στήλες της εφημερίδας Εποχή.

Τι ανακαλύπτουμε μέσα από την Εποχή, για τον Νίκο Καπετανίδη; Ποια είναι αυτή η πολυκύμαντη προσωπικότητα, που στα 32 θανατώνεται, πηγαίνοντας στην αγχόνη, ενώ έχει προλάβει να κάνει όλα αυτά; Αυτό είναι το έργο του Κώστα Καπετανίδη. Και σε αυτό μας βοηθούν εξαιρετικά κείμενα, ανθρώπων που μπορούν να γράψουν με γνώση. Ο Βλάσσης Αγτζίδης, πλησιάζει με γενικό τρόπο την πορεία του Καπετανίδη, όπως αναδεικνύεται μέσα από την Εποχή. Ο Κώστας Φωτιάδης, μιλά για τη μορφωτική και πολιτισμική πτυχή του Νίκου Καπετανίδη, ενώ η Μυροφόρα Ευσταθιάδου αναφέρεται στη λαογραφική. Άλλες πτυχές, δημοσιογραφικές, αναδεικνύει ο Δημήτρης Παπαδόπουλος (Σταυριώτης). Σε αυτά βεβαίως, προστίθενται και τα κείμενα του Κώστα Καπετανίδη, τα οποία σχετίζονται με όσα δημοσιεύονται στην Εποχή.

Ούτε τρία χρόνια δεν κυκλοφόρησε η Εποχή στην Τραπεζούντα, διότι έως τον Μάρτιο του 1921, είχε ήδη υποστεί τη λογοκρισία και τον Σεπτέμβριο ο Νίκος Καπετανίδης, οδηγήθηκε στην αγχόνη, στην Αμάσεια, στα λεγόμενα δικαστήρια της Ανεξαρτησίας.

Μια πτυχή του Νίκου Καπετανίδη, την οποία θέλω να αναδείξω, είναι η μάχη του απέναντι στους εθελόδουλους, τους «νέο Οθωμανούς», τους συμβιβασμένους, τους οποίους εκπροσωπεί ο Φάρος της Ανατολής. Ο Φάρος της Ανατολής, λοιπόν, είναι οι νέο Οθωμανοί, οι απολύτως συμβιβασμένοι, αυτοί που δεν θα δώσουν καμία μάχη για τον Ελληνισμό του Πόντου. Αυτοί, οι οποίοι, όταν οι Εμβέρ και Τοπάλ θα αναζητούσαν στοιχεία για Έλληνες, που μάχονται για την ανεξαρτησία του Πόντου υπό την καθοδήγηση του Κωνσταντινίδη από τη Μασσαλία, θα προσφερθούν να τα προσφέρουν, να «δώσουν» δηλαδή, τους συμπατριώτες τους Ποντίους, προκειμένου να τους οδηγήσουν στον όλεθρο, για να είναι αυτοί «εντάξει».

Για να αναδείξουμε, ακόμη καλύτερα, την εθνική ταυτότητα του Νίκου Καπετανίδη, πρέπει να δούμε τη μάχη, που δίνει μέσα από τις στήλες της Εποχής. Γιατί, κυρίως, μέσα από τα ζεύγη των αντιθέτων βλέπει κανείς την προσφορά ενός ανθρώπου. Και εδώ, το ζεύγος των αντιθέτων ήταν η Εποχή και ο Φάρος της Ανατολής. Ο Καπετανίδης απέναντι στους ιδιοκτήτες και στους συνασπισμένους με το Φάρο της Ανατολής. Είναι η ίδια γεωγραφία ανθρώπων, που μετά από λίγο θα επιχειρήσει να «χτυπήσει» τον Χρύσανθο, το οποίο ο Καπετανίδης προστάτευσε.

Ο Καπετανίδης, όμως, στον εθνικό του αγώνα, στην εθνική του έξαρση, στο εθνικό του κήρυγμα, δεν είναι μόνο όσα περιγράφονται παραπάνω. Μέσα από τα κείμενά του, αναδεικνύεται ταυτόχρονα, ένας άνθρωπος, ο οποίος ενδιαφέρεται για όλα τα μεγάλα κοινωνικά ζητήματα. Είναι ένας πολύ ευαίσθητος άνθρωπος. θα παίξει σημαντικό ρόλο στην ίδρυση του Συνδέσμου Εμποροϋπαλλήλων, θα μιλήσει με πολύ σκληρό τρόπο για τη φτώχεια και τον πλούτο, που διαχωρίζει τους ανθρώπους. Θα πει με αυστηρό ύφος ότι αυτοί, που στο όνομα του έθνους κέρδισαν τόσα πολλά, δεν δίνουν τίποτα χάριν του έθνους, για αυτούς που υποφέρουν.

Ο Κώστας Φωτιάδης, ανέφερε, ότι ήταν σοσιαλιστής. Δεν ήταν, απλώς σοσιαλιστής αλλά και δημοτικιστής. Είναι ενδεικτικό το πώς υπερασπίζεται, όχι μόνο τον Ελευθέριο Βενιζέλο, αλλά όλο το Κίνημα του εκπαιδευτικού δημοτικισμού. Συντάσσεται με τη μεταρρυθμιστική προσπάθεια του Τριανταφυλλίδη και του Δελμούζου -θυμίζω ότι ο Γληνός είχε αναλάβει στην Κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου τη Γ. Γ. του Υπουργείου Παιδείας-, οι οποίοι προχωρούν σε αναμόρφωση των προγραμμάτων. Στηρίζει απόλυτα την προσπάθεια του Τριανταφυλλίδη, του Δελμούζου και του Γληνού στο εθνικό κέντρο, με την πύρινη αρθρογραφία του, για την ανάγκη η δημοτική γλώσσα να γίνει ζωντανή, για να αποφύγουμε τους καλογερισμούς των προυχόντων -έκφραση, που ο ίδιος χρησιμοποιεί- για να μπορέσει ο κόσμος να καταλάβει την αναμόρφωση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Μετέπειτα, ωστόσο, πλήττεται πολιτικά και συναισθηματικά και ψυχικά, όταν εγκαθίσταται το καθεστώς Γούναρη και Πρωτοπαπαδάκη και τους αφορισμένους τρεις, το Γληνό δηλαδή, μαζί με τον Τριανταφυλλίδη και τον Δελμούζο, τους στέλνουν στο πυρ το εξώτερον, ως διεστραμμένους. Θα γράψει ειδικό κείμενο, για τον Δελμούζο, όταν οι συντηρητικοί εκπαιδευτικοί κύκλοι, θα τον διώξουν από το Παρθεναγωγείο του Βόλου, τότε που εφάρμοζε εξαιρετικά εκπαιδευτικά προγράμματα, πειραματικά εκείνης της εποχής. Είναι και δημοτικιστής, λοιπόν, ο Νίκος Καπετανίδης και δίνει μάχη για την παιδεία, καθώς θεωρεί ότι είναι πάρα πολύ σημαντικό η λαϊκή ψυχή να είναι καλά μορφωμένη μπροστά στην επανάσταση, που μπορεί να έρθει. Γιατί αν δεν γνωρίζει, αν δεν έχει μορφωτικό υπόβαθρο ο λαός, μπορεί να καταστρέψει και δίκαια και άδικα και τα σωστά και τα άνισα.

Ένας άνθρωπος, που τον επηρεάζει πολύ, ένας άλλος Τραπεζούντιος, επίσης ελάχιστα γνωστός, είναι ο Γεώργιος Κωνσταντινίδης, ο Γεώργιος Σκληρός, ο οποίος ανήκει στον κύκλο των λεγομένων πρώιμων σοσιαλιστών. Γιος του Ηλία Κωνσταντινίδη, μια άλλη δραματική φυσιογνωμία του Πόντου. Θεωρείται από τους πρώτους σοσιαλιστές, με μια διαδρομή ζωής σύντομη, αλλά συνάμα και θαυμαστή επιστημονικά, πολιτικά και ιδεολογικά. Από την αρχή μέχρι το τέλος, ένας πόνος. Ο Σκληρός, λοιπόν, έχει επηρεάσει τον Νίκο Καπετανίδη. Θα ακολουθήσουν την ίδια τροχιά προς το θάνατο. Ο ένας στην αγχόνη και ο άλλος μέσα από τα σανατόρια.

Ο Καπετανίδης, είναι επίσης, ένας φλογερός δημοσιογράφος, που για την εποχή του λέει ασύλληπτα πράγματα για τη δημοσιογραφία, απολύτως επίκαιρα. Απευθυνόμενος στο συνάφι του, λέει ότι η γλώσσα των δημοσιογράφων δεν μπορεί να είναι η γλώσσα του όχλου, αλλά η γλώσσα της ακρίβειας, του ορθολογισμού και της αλήθειας. Επιχειρεί, λοιπόν, να ανοίξει δρόμους και στη δημοσιογραφία.

Είναι, τέλος και λογοτέχνης. Δεν έγραψε πολλά. Έγραψε λίγα. Αλλά πόσα μπορεί να περιμένει κανείς από ένα «παιδί».

Ο Καπετανίδης είναι μια πολυσύνθετη προσωπικότητα. Είναι από τους Πόντιους και τους Έλληνες, που είναι καλό να τους ξέρουν όλες οι γενιές και να μαθαίνουν κερδίζοντας παραδείγματα ζωής. Γιατί δεν γίνεται στους αγέννητους να μη προσφέρουμε παραδείγματα ζωής. Τέτοιο παράδειγμα ζωής ήταν και ο Καπετανίδης.

Ο Καπετανίδης δεν ήταν ουδέτερος και ο λόγος του δεν ήταν στρογγυλός, αλλά υπήρξε πολιτικά και κοινωνικά αιχμηρός. Δεν ήταν συμβιβασμένος. Αν, μου ζητούσατε να διαβάσω ένα κείμενό του για τη δημοσιογραφία, θα διάλεγα το ακόλουθο, ως τη δική μου τιμητική αναφορά. «Η δημοσιογραφική γλώσσα δεν έχει το ίδιον χρώμα και τον ίδιον τόνον με τη γλώσσα του όχλου και την γλώσσαν των μαζών. Και παλαίει με μύρια εμπόδια, πίπτει συνήθως και θρυμματίζεται και αφανίζεται. Αι μικρολογίαι και αι εμπάθειαι και αι μωροδοξίαι και όλα αυτά τα μαύρα στίγματα που πληθαίνουν εις την σύγχρονον κοινωνίαν, δεν έχουν τόπον γύρω εις τον βωμό της δημοσιογραφικής θυσίας. Γύρω εις την ιερότητα ενός υπέρτατου καθήκοντος. Η δημοσιογραφική ηθική και η δημοσιογραφική γλώσσα είναι ίδιον των ΑΡΙΣΤΩΝ, όχι των ανίδεων, των χαμηλών, των εμποροβιομηχάνων της ιδεολογίας». Ρίξ’ τε μια ματιά γύρω σας, στη σύγχρονη δημοσιογραφική, εθνική, οικονομική σκηνή και θα αναγνωρίσετε ποιους θα ζωγράφιζε σήμερα ο Καπετανίδης. Και προσθέτει «Κοινωνίαι μέσα εις τας οποίας αναλάμπει πλούσια και υπέροχα η απροκάλυπτος ηθική της δημοσιογραφίας και αντιλαλεί ευφρόσυνος μουσική η γλώσσα της Δημοσιογραφίας. Κοινωνίαι παρόμοιαι έχουν πολλά δικαιώματα εις την ελπίδα»1.

Τέλος, δείγμα ανθρώπου με πλούσιο κόσμο συναισθημάτων, αποτελεί το ακόλουθο απόσπασμα, της μικρής του λογοτεχνικής επίδοσης. «Ω της αγάπης μου ωραία εικόνα! Προσευχήσου στο ωραίο αυτό απόκρυφον του χειμώνα, σιγοπλάνεσε τη ματιά σου την αγγελική στο χωρό των νιφάδων, την πλεξίδα σου άφησε να ξαπλωθή στο ωραίο σου λαιμό και ρόφα απ’ εδώ πού βαθειά, την αγάπη μου ολάκερη, ωραία της αγάπης μου εικόνα! Ε τα θυμάσαι τα χρόνια εκείνα; Παιδάκια ακόμα, μια μέρα στο χωριό, πως παίζαμε έξω με το κρύο με τα χιόνια; Δεν κρυόναμε το χιόνι μας ήταν τόσο ζεστό. Η αδελφική αγάπη που ξεθύμαινε σε βώλους από χιόνια και όχι από φιλιά»2.

Αν επέλεγα κάτι από τον Νίκο τον Καπετανίδη, από το τέλος θα ξεκίναγα.

1 Κ. Καπετανίδης, Η Δύση του Ποντιακού Ελληνισμού από την πένα του Νίκου Καπετανίδη, Μάιος 2022, Ιδιωτική έκδοση, σελ. 72- 73.

2 Κ. Καπετανίδης, Η Δύση του Ποντιακού Ελληνισμού από την πένα του Νίκου Καπετανίδη, Μάιος 2022, Ιδιωτική έκδοση, σελ. 281.