Τον πανηγυρικό της ημέρας για την 109η επέτειο της απελευθέρωσης του Κιλκίς την 21η Ιουνίου, εκφώνησε στο Μητροπολιτικό Ναό του Κιλκίς, παρουσία του Μητροπολίτη, αρχών της πόλης και πολιτών του νομού, η φιλόλογος Αρχοντούλα Κωνσταντινίδου.

Ανέφερε στον πανηγυρικό της ημέρας η Αρχοντούλα Κωνσταντινίδου:

Ιστορία σημαίνει γνώση, σημαίνει και γεγονός. Είναι η χρονική γραμμή που τέμνεται κάθετα από τα γεγονότα. Αυτά την ορίζουν και αυτά την προσδιορίζουν. Τα πιο σημαντικά από αυτά είναι όσα έχουν ως αναφορά την πατρίδα. Όσα ταυτίζονται με την ελευθερία και μετριούνται με αίμα και με θυσία.

Η πόλη μας, η πόλη του Κιλκίς έως το 1890 ήταν μια μικρή κωμόπολη, με πληθυσμό που δεν ξεπερνούσε τους 2.500 κατοίκους κι αποτελούνταν κυρίως από Τούρκους, Έλληνες και Βούλγαρους. Τις δύο επόμενες δεκαετίες, λόγω των εθνοτικών συγκρούσεων αυξήθηκε ραγδαία ο βουλγαρικός πληθυσμός, με τη σταδιακή αποχώρηση των Ελλήνων, λόγω της απίστευτης άσκησης βίας εναντίον τους, από τους Βούλγαρους κομιτατζήδες, που κύριο στόχο τους είχαν τους δασκάλους, τους ιερείς και τους προύχοντες.

Δύο σημαντικά γεγονότα συντάραξαν τη βαλκανική χερσόνησο στην αρχή του περασμένου αιώνα. Ο Α΄ και ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος. Το 1912, τα τέσσερα βαλκανικά κράτη Ελλάδα, Βουλγαρία, Σερβία και Μαυροβούνιο συμμαχούν εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία και κατέρρεε. Το ένα μετά το άλλο τα βαλκανικά κράτη κηρύσσουν τον πόλεμο εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τελευταία στον πόλεμο μπήκε η Ελλάδα, στις 5 Οκτωβρίου το 1912. Ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος, το 1913, αν και κράτησε μόλις ένα μήνα, ήταν πιο σκληρός κι αιματηρός από τον πρώτο κι έγινε ανάμεσα στην Βουλγαρία και στους πρώην βαλκανικούς συμμάχους της, την Ελλάδα, τη Σερβία και το Μαυροβούνιο.

Ας δούμε τα γεγονότα της εποχής, δρασκελώντας το κατώφλι της ιστορικής πραγματικότητας. Με την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου, στις 17 Μαΐου 1913, τερματίστηκε και τυπικά ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος, με την Οθωμανική Αυτοκρατορία να χάνει όλα τα ευρωπαϊκά εδάφη της, τα οποία κατανέμονταν στους νικητές συμμάχους, πλην της Κωνσταντινούπολης.

Οι Έλληνες και οι Σέρβοι επεδίωκαν την εξεύρεση μιας συμβιβαστικής λύσης για τη διανομή των εδαφών που είχαν κερδίσει οι ίδιοι, ενώ οι Βούλγαροι προέβαλαν υπερβολικές αξιώσεις, καθώς οραματίζονταν τη δημιουργία της Μεγάλης Βουλγαρίας.

Ο Έλληνας πρωθυπουργός, Ελευθέριος Βενιζέλος, επιθυμώντας να τεθεί ένα τέλος στις συνεχείς προστριβές με τους Βούλγαρους, συναντήθηκε με αντιπροσωπεία τους, στη Θεσσαλονίκη, επιδιώκοντας έτσι έναν φιλικό διακανονισμό αναφορικά με τα διαφιλονικούμενα εδάφη, δίχως, όμως, να επιτευχθεί κάποιο αποτέλεσμα εξαιτίας των διαφορών των δύο πλευρών.

Απότοκο γεγονός όλης αυτής της κατάστασης ήταν η υπογραφή συνθήκης αμυντικής συμμαχίας μεταξύ Ελλάδας και Σερβίας, στις 19 Μαΐου 1913, στη Θεσσαλονίκη. Με βάση τη συνθήκη αυτή οι δύο χώρες θα αντιμετώπιζαν τις τυχόν αντιθέσεις της Βουλγαρίας για τα εδάφη που κατείχαν.

Την ίδια στιγμή η Σόφια για να κερδίσει χρόνο, ώστε να συγκεντρωθούν τα στρατεύματά της στην περιοχή, δέχθηκε να οριστεί μια γραμμή διαχωρισμού μεταξύ του ελληνικού και του βουλγαρικού στρατού, υπογράφοντας σχετικό πρωτόκολλο στις 26 Μάη του 1913.

Η γραμμή αυτή θα ξεκινούσε από τα ΒΔ της λίμνης Δοϊράνης και θα διερχόταν από τα χωριά Ακρίτας, Πικρολίμνη, Δημητρίτσι, τη λίμνη Αχινού, την κορφή του Παγγαίου και θα κατέληγε στο λιμάνι των Ελευθερών Καβάλας.

Οι Βούλγαροι έχοντας αποφασίσει να επιτεθούν αιφνιδιαστικά κατά της Ελλάδας και της Σερβίας, μετέφεραν μέχρι τα μέσα του Ιουνίου τον όγκο των δυνάμεών τους, έναντι των Ελληνικών και των Σερβικών στρατευμάτων.

Έτσι, στις 16 Ιουνίου η Βουλγαρία, χωρίς καμία αιτία και χωρίς να έχει προηγηθεί επίσημη κήρυξη πολέμου, διέταξε ταυτόχρονη αιφνιδιαστική επίθεση εναντίον των ελληνικών δυνάμεων προκάλυψης από το Πολύκαστρο έως τις Ελευθερές Καβάλας. Και εναντίον των Σερβικών Δυνάμεων στο Πολύκαστρο και στο Ιστίπ, υπερεκτιμώντας προφανώς τις δυνάμεις της, καθώς ήταν αδύνατο να υποστηρίξει ένα τόσο μεγάλο μέτωπο με αυτές.

Ωστόσο, η ταχεία και αποτελεσματική αντίδραση του ελληνικού στρατού ανάγκασε τους Βουλγάρους να αποσυρθούν στην κύρια αμυντική τοποθεσία τους, στη γραμμή Κιλκίς - Λαχανά. Η τοποθεσία αυτή λόγω της μορφολογίας του εδάφους της παρουσίαζε μεγάλες δυσκολίες κίνησης στρατιωτικών τμημάτων προς τα βόρεια και τα ανατολικά. Αντίθετα, προσφερόταν για αποτελεσματικό αμυντικό αγώνα, καθώς παρείχε στον αμυνόμενο εξαιρετική θέση, άριστη παρατήρηση κι ανοιχτά πεδία βολής.

Εξάλλου, τα βουλγαρικά στρατεύματα από τις 26 Οκτωβρίου 1912, που είχαν καταλάβει την υπόψη περιοχή, είχαν προχωρήσει στην αμυντική της οργάνωση, κατασκευάζοντας πολυβολεία και πυροβολεία και άλλα αμυντικά έργα.

Οι ελληνικές δυνάμεις που θα ενεργούσαν την επίθεση αποτελούνταν από 8 μεραρχίες πεζικού και μία ταξιαρχία ιππικού, ενώ απέναντί τους, σ’ όλο το ελληνο - βουλγαρικό μέτωπο, είχαν να αντιμετωπίσουν τη δεύτερη βουλγαρική στρατιά.

Το πρωί της 18ης Ιουνίου έφθασε στη Θεσσαλονίκη ο αρχιστράτηγος βασιλιάς Κωνσταντίνος και ανέλαβε τη διοίκηση του γενικού στρατηγείου. Το ελληνικό σχέδιο ενεργείας προέβλεπε την προέλαση των ελληνικών τμημάτων προς τα βόρεια και ανατολικά και την εκτόξευση επίθεσης σε δύο γενικές κατευθύνσεις.

Η 2η, 3η , 4η, 5η και 10η μεραρχία καθώς και η ταξιαρχία του ιππικού θα επετίθεντο προς το Κιλκίς, ενώ η 1η, 6η και 7η μεραρχία θα επετίθεντο προς τον Λαχανά.

Λόγω της απόκλισης των κατευθύνσεων επίθεσης το πεδίο μάχης διαχωριζόταν σε δύο ξεχωριστούς τομείς: Τον τομέα Κιλκίς και τον τομέα Λαχανά.

Στις 19 Ιουνίου το πρωί άρχισε η προέλαση του ελληνικού στρατού σύμφωνα με το σχέδιο ενεργείας. Στον τομέα αυτό τα ελληνικά τμήματα απώθησαν τις βουλγαρικές προφυλακές, οι οποίες αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν στην κύρια αμυντική τους τοποθεσία. Μέχρι το βράδυ της ίδιας ημέρας η 6η μεραρχία, η οποία εξόρμησε από την περιοχή του χωριού Άσσηρος του Λαγκαδά, κατέλαβε τη γραμμή ανάμεσα στο ύψωμα Γερμανικό και το χωριό Καρτερές.

Η πρώτη μεραρχία, η οποία κινήθηκε προς το όρος Βερτίσκος κατέλαβε τα χωριά Όσσα και Βερτίσκος, ενώ η 7η μεραρχία κινούμενη από το χωριό Αρέθουσα κατάφερε να φθάσει στην περιοχή Σκεπαστού, απωθώντας τους Βούλγαρους προς τη Νιγρίτα. Το θέαμα που αντίκρισαν εκεί τα ελληνικά στρατεύματα στη Νιγρίτα ήταν αποτρόπαιο. Η πόλη είχε πυρποληθεί και στους δρόμους κείτονταν νεκροί, θύματα της μανίας των βουλγαρικών στρατευμάτων.

Από το πρωί της 19ης Ιουνίου 1913 οι  ελληνικές μεραρχίες, 2η, 3η, 4η και 5η έλαβαν διαταγή να εντείνουν τις προσπάθειές τους εκτελώντας νυχτερινή επίθεση, για την κατάληψη της πόλης του Κιλκίς. Η νυχτερινή επίθεση, λόγω προβλημάτων συντονισμού, πραγματοποιήθηκε στις 3.30 το πρωί, μόνο από τη 2η μεραρχία, η οποία παρά τις απώλειες σε έμψυχο υλικό και παρά την έλλειψη συνδρομής από τις υπόλοιπες μεραρχίες κατάφερε να προωθηθεί και να καταλάβει θέσεις ανατολικά του Κιλκίς. Οι αλλεπάλληλες βουλγαρικές επιθέσεις, που γίνονταν, αποκρούσθηκαν με επιτυχία, αλλά με μεγάλες απώλειες κι από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές.

Την 21η Ιουνίου, με το πρώτο φως της ημέρας εξαπέλυσαν και οι υπόλοιπες μεραρχίες σφοδρή επίθεση με αποτέλεσμα την κατάληψη της νότιας περιοχής της πόλης από τα τμήματα της 4ης μεραρχίας.

Σε μικρό διάστημα η 5η μεραρχία κατέλαβε θέσεις νοτιοδυτικά του Κιλκίς, ενώ η 3η μεραρχία κατέλαβε το χωριό Μεταλλικό. Οι Βούλγαροι υπό το φόβο της κύκλωσης εγκατέλειψαν το Κιλκίς. Το πρωί της 21ης Ιουνίου 1913 στο Κιλκίς κυμάτιζε η Ελληνική σημαία, μετά από τριήμερο αιματηρό αγώνα μέσα στην κάψα του καλοκαιρού, με θερμοκρασίες 40 βαθμών Κελσίου, τον ήλιο να χρυσίζει της περιοχής τα στάχυα και τις λόγχες να αστράφτουν από τις φλογερές ακτίνες του.

Η μάχη ήταν φοβερή με τρομακτικές απώλειες σε αξιωματικούς όλων των βαθμών. Χάθηκαν αξιωματικοί, διοικητές λόχων, ταγμάτων και συνταγμάτων. Μια επιβαρυντική πρόσθετη αιτία ήταν ότι οι Έλληνες αξιωματικοί διέθεταν χρυσόπεφθες επωμίδες και χρυσές ταινίες γύρω από τα καπέλα τους, που γίνονταν εύκολος στόχος για τους Βούλγαρους ελεύθερους σκοπευτές. Έτσι τη δεύτερη ημέρα διατάχθηκαν οι αξιωματικοί να μην φέρουν επωμίδες και τις ταινίες γύρω από τα καπέλα τους.

Η μάχη Κιλκίς -Λαχανά θεωρείται ως μία από τις φονικότερες πολεμικές μάχες. Η σημασία της δεν περιορίστηκε μονάχα στην απελευθέρωση της περιοχής του Κιλκίς, αλλά έκλεισε το δρόμο της βουλγαρικής στρατιάς προς τη Θεσσαλονίκη.

Οι απώλειες του ελληνικού στρατού ανήλθαν συνολικά σε 8.828 νεκρούς και τραυματίες. Ο τρόπος της διεξαγωγής της μάχης προκάλεσε εντύπωση σε ξένους στρατιωτικούς, με τον Γάλλο στρατηγό Debeney, να δηλώνει, κατά την επίσκεψή του στο πεδίο της μάχης: «αυτή η τακτική δεν ήταν ούτε γαλλική ούτε γερμανική, ήταν απλά ελληνική».

Στη μάχη Κιλκίς -Λαχανά ξεχώρισαν προσωπικότητες που έμειναν στην Ιστορία για πάντα, όπως ο συνταγματάρχης πεζικού Παπακυριαζής Ιωάννης. Έπεσε στις 21 Ιουνίου 1913 στα χώματα του Λαχανά. Ο συνταγματάρχης πεζικού Καμπάνης Αντώνιος. Έπεσε στις 21 Ιουνίου 1913, λίγες ώρες πριν καταληφθεί το Κιλκίς, όταν με αυτοθυσία ανέβηκε σε ένα ύψωμα για να καταδείξει τη θέση του εχθρού. Ο αντισυνταγματάρχης πεζικού Καραγιαννόπουλος Κωνσταντίνος, ο ταγματάρχης πεζικού Διαλέττης Φωκίων και πολλοί άλλοι, τα ονόματα των οποίων κοσμούν τις οδούς της πόλης μας, θυμίζοντάς μας καθημερινά, πως οι δρόμοι έχουν τη δική τους ιστορία.

Ανάμεσα στους στρατευμένους υπήρχαν και πολλοί από την Πελοπόννησο, την Κρήτη, τα νησιά του Αιγαίου και την Κύπρο. Ήρθαν επίσης και πολέμησαν Έλληνες εθελοντές από τον Πόντο, τον Καυκάσο, τη Μικρά Ασία καθώς και πατριώτες της διασποράς από Αμερική και Ευρώπη. Ως στρατευμένοι μαχητές υπηρέτησαν και οι λογοτέχνες Στρατής Μυριβήλης και Βασίλης Ρώτας.

Μια ιδιαίτερη πτυχή και των δύο βαλκανικών πολέμων ήταν η παρουσία ανήλικων εθελοντών στον ελληνικό στρατό, όπως ο δωδεκάχρονος Γεράσιμος Ραπτόπουλος από την Κεφαλονιά, ο Ηλίας Νικολόπουλος από την Πάτρα και ο Απόστολος Ράπτης από την Αλεξάνδρεια.

Ο Ραπτόπουλος ήταν ο νεότερος υπαξιωματικός στην ιστορία των ενόπλων δυνάμεων. Αν και το μπόι του δεν ξεπερνούσε το 1.50, διέθετε τόσο θάρρος που εξέπληξε τους πάντες. Στη μάχη Κιλκίς - Λαχανά ο Γεράσιμος Ραπτόπουλος συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Βούλγαρους. Όμως κατόρθωσε να σκοτώσει τους 3 από τους 5 δεσμοφύλακές του και να δραπετεύσει. Επιστρέφοντας για το ελληνικό στρατόπεδο άκουσε πνιχτές κραυγές μέσα σ’ ένα όρυγμα. Ένας Έλληνας Εύζωνας βαριά τραυματισμένος αργοπέθαινε. Ο Γεράσιμος Ραπτόπουλος πήρε τον Εύζωνα στην πλάτη και τον πήγε στο ελληνικό στρατόπεδο. Για την πράξη του αυτή προήχθη στο βαθμό του δεκανέα σε ηλικία 13 ετών και παρασημοφορήθηκε. Δυστυχώς, κανείς δεν έμαθε τι απέγινε ο μικρός αυτός ήρωας.

Χαρακτηριστική περίπτωση είναι κι αυτή ενός 18χρονου Έλληνα, που ήρθε με τα πόδια στην Ελλάδα, από το χωριό Τιβίκ του Καρς Καυκάσου, για να πολεμήσει στους Βαλκανικούς Πολέμους. Πρόκειται για τον Γιάννη Φουντουκίδη - Μαραντίδη του Κωνσταντίνου, που εγκαταστάθηκε κατόπιν στην Κρηστώνη Κιλκίς.

Ετούτος ο τόπος, για να κρατηθεί στη ζωή, χρειάστηκε το αίμα του λαού, το μελάνι του σοφού και τη θυσία του μάρτυρα.… Τούτο το έθνος για να σταθεί όρθιο στηρίχτηκε στα θεμέλια της ψυχής των ηρώων του. Η μέρα ετούτη τους ανήκει. Είναι η δική τους ημέρα. Αυτούς τιμούμε σήμερα με την υπόσχεση πως θα φανούμε άξιοι συνεχιστές των αγώνων τους. Την πατρίδα που μας παρέδωσαν με το θάνατό τους θα την κάνουμε καλύτερη, γιατί μόνον έτσι θα αναπαυθεί η ψυχή τους και θα δικαιωθεί η θυσία τους.

Ο απόηχος της μάχης του Κιλκίς ήταν μεγάλος στους υπόδουλους ελληνικούς πληθυσμούς. Το εθνοτικό τοπίο στην περιοχή του Κιλκίς ξεκαθάριζε πλέον. Πριν από τη μάχη οι περίπου 7.000 Βούλγαροι κάτοικοι του Κιλκίς εγκατέλειψαν την πόλη μετά από την προτροπή του Βούλγαρου επισκόπου και επέστρεψαν στη Βουλγαρία, όπου και εγκαταστάθηκαν, στο μεγαλύτερό τους μέρος στη Σόφια.

Μετά την απελευθέρωση του Κιλκίς η πόλη κατακλύστηκε από ένα κύμα προσφύγων της Στρώμνιτσας, της Θράκης, του Πόντου, του Καυκάσου, της Μικράς Ασίας και τέλος των Στενημαχιτών της Ανατολικής Ρωμυλίας το 1926.

Λόγω των πληθυσμιακών αφίξεων από το 1914 και κυρίως μετά το 1921 και το 1922 στο Κιλκίς, στην περιοχή κυριαρχεί το ελληνικό προσφυγικό στοιχείο. Οι Έλληνες, που ήρθαν από τις χαμένες, πλην όμως, όχι προδομένες πατρίδες, έσμιξαν μεταξύ τους στη βάση των κοινών πολιτισμικών και θρησκευτικών τους αξιών, ανοικοδόμησαν τον κοινό τους τόπο κι αντίκρισαν το μέλλον με αισιοδοξία.

Σήμερα μπορούμε να δούμε το παρελθόν στα πλαίσια της ιστορικής διάστασης των γεγονότων μακριά από τα όποια φυλετικά πάθη, μίση και εχθρότητες. Ναι, πράγματι, όλα αυτά συνέβησαν. Ναι, δεν μπορούμε να τα αποκρύψουμε. Ναι, πρέπει να τα αναφέρουμε, αλλά και πρέπει να εμπεδώσουμε σ’ όλους τους λαούς την άποψη ότι οι βαλκανικοί λαοί δεν υπολείπονται σε τίποτα από τους άλλους, τους θεωρούμενους αναπτυγμένους λαούς της Ευρώπης. Και πως οι βαλκανικοί λαοί γνωρίζοντας τα όσα πέρασαν, τα όσα τους χώρισαν και τα όσα βίωσαν έχουν την ικανότητα να οικοδομήσουν ένα ευοίωνο μέλλον, στη βάση της ειρήνης και της συνεργασίας. Γιατί Ιστορία σημαίνει πάνω από όλα βίωμα. Γι’ αυτό και η διδασκαλία της πρέπει να συνδέεται με βιωματικά στοιχεία στα σχολεία, για να κινεί το ενδιαφέρον στους μαθητές μας.