Στα «Παρχάρια του Πόντου», ταξιδεύει ο Πάνος Γεωργιάδης, παραδοσιακός λυράρης και χορευτής, λάτρης της παράδοσης των Ελλήνων του Πόντου, με καταγωγή από την Αργυρούπολη της Δράμας και απώτερη καταγωγή από την Αργυρούπολη του Πόντου, την Παρασκευή 8 Ιουλίου 2022.
Την μουσική παράδοση, η οποία ήταν βίωμα στην προσφυγική ποντιακή οικογένεια, συνεχίζουν επάξια, τόσο ο γιός του Νίκος, όσο και η κόρη του Δέσποινα Αδελφίδου - Γεωργιάδου, αλλά και τα εγγόνια του Πάνος και Πάνος και Χρήστος.
Με το άκουσμα της αποδημίας του Πάνου Γεωργιάδη, έγραψε ο Σπύρος Αμάραντος: «Έφυγε, 8 Ιουλίου 2022, ένας υπέροχος άνθρωπος, λυράρης και χορευτής της ποντιακής μας παράδοσης, ο Πάνος Γεωργιάδης! Γεννήθηκε στην Αργυρούπολη Δράμας από γονείς πρόσφυγες της Αργυρούπολης του Πόντου. Τα πρώτα ακούσματα της λύρας και την τέχνη του χορού, τα έμαθε από τον παππού του, τον μπάρμπα-Στέφανο, φημισμένο λυράρη του Ποντιακού Ελληνισμού.
Παρά την μεγάλη του ηλικία ένωνε με τον χορό του, χέρια, καημούς και όνειρα, γιατί έχει βαθιά βιώματα μέσα του, από τον πόνο και τον μόχθο της ρίζας. Όλο δραστηριότητα κι αγάπη για κείνα που χάθηκαν αλλά δεν ξεχάστηκαν, έπαιζε, τραγούδαγε και χόρευε συχνά, μελωδίες της αγαπημένης Πατρίδας.
Με καλή παρέα και με τις γλήγορες τοξαριές της λύρας του, γύριζαν πολλές φορές κι από σπίτι σε σπίτι, στην Αργυρούπολη κι έπιναν, έτρωγαν, τραγουδούσαν και χόρευαν. «Απάν’ σο ζιλ και σο γαπάν, εκατοστάρ’ το ούζον».
Συνήθειες, που σαγηνεύουν την ψυχή. Με τα αλογόκαρα στολισμένα με μαντίλια και με τον λυράρη Πάνο, πήγαιναν να πάρουν, «σην χαράν» και τη νύφη. Όμορφα χρόνια γεμάτα πόθους, αγάπη, σέβαση.
Πρωτοχορευτής στον Ποντιακό Σύλλογο του χωριού, ο Πάνος, το 1961 πήρε το πρώτο βραβείο, στο πανελλήνιο φεστιβάλ ελληνικών χορών. Με την ζωντάνια του και τις τρεμουλιαστές κινήσεις του σώματος του, στο «τικ’ το τρομαχτόν» και στη «Σέρρα», κατενθουσίασε το κοινό!
Το ελεύθερο της ψυχής του, έλαμψε στον χορό. Η Ποντιακή ψυχή, που είναι δεμένη με την λύρα, το τραγούδι και τον χορό ξύπνησαν κι εκεί, αρχέγονες ομορφιές του Ομηρικού μύθου και χαρακτηριστικά μου είπε:
-«Εγώ όντες έμπαινα σο χορόν, ο χορόν αμάν εκέρδιζε με! Ας ση χαρά μ’ το πολλά, εθαρρείς και μεθυμένος έμ’νε, επέταν’α! ΄Κ’ εξέρ’να ντο εποίν’να! Πολλοί εμέν έλεγαν:
-Ατά εσύ πως εγροικάς κ’ ευτάς ατα;
Κ’ εγώ έλεγα:
Σέγκιταμ εξέρω, σον χορόν επαραδόθ’α, ατός πάει με σα βήματα μ’, ατός δείχ’με την στράταν κι ατός ήντεαν ΄θέλ’ ευτάει με! Ο σκοπόν απ’ υστερ’να ντ’ έστεκεν, εθέλ’ναν να δειξίζ’ατ’ς, αλλά εγώ εμέν καλά καλά ΄κ’ εγροίκα’να, ντ’ εποί’να και πως να δείχ’α τς;».
Η συνέχιση των παλιών μουσικών παραδόσεων αποτελούν ιερή υποθήκη των πατεράδων τους, που ξεριζώθηκαν από τον Πόντο με τη λύρα στο χέρι και το τραγούδι στο στόμα. Ο γιος του Νίκος και η κόρη του, Δέσποινα και τα εγγόνια του, Πάνος και Πάνος και Χρήστος, συνεχίζουν κι αυτοί το τραγούδι, τον χορό και το παίξιμο των παραδοσιακών οργάνων, λύρα, γαβάλ, κλαρίνο!
Καλόν παράδεισον Πάνο.
Ξεριζομέν’ αδά κι ακεί,
μωρά βασανισμένα,
πάππον προς πάππον κράτεσαν,
κειμήλεα ματωμένα...
Η κόρη του Πάνου Γεωργιάδη, Δέσποινα Αδελφίδου – Γεωργιάδου, τραγουδίστρια, τον αποχαιρέτισε ως εξής:
«Μια ζωή αγώνας, χωράφια καλλιέργειες βαλίτσες τρένα Ελλάδα Γερμανία φάμπρικα. Εργάστηκες πολύ σκληρά φρόντιζες την οικογένεια σου, να μη της λείπει τίποτα. Ήρθες για πάντα στην πατρίδα σου. Στην πολυπόθητη Ιθάκη σου, να ξεκουραστείς.
Εδώ και χρόνια πάλευες με την υγεία σου με πολύ αξιοπρέπεια, δεν λερωνόσουν ούτε ήσουν σε κλίνη. Περπατούσες όμως με μεγάλη προσπάθεια και κόπο.
Περήφανος, με δυνατή προσωπικότητα.
Παναγιώτης Γεωργιάδης Πόντιος Καλλιτέχνης λυράρης που λάτρευε τους ήχους και τις μελωδίες της λύρας της πατρίδας των γονιών του.
Πολλές οι δραστηριότητες σου και μεγάλη η προσφορά σου στα ποντιακά δρώμενα.
Σε Ποντιακούς συλλόγους σε ποδοσφαιρικές ομάδες. κ.α.
Πρωτοχορευτής σε πανελλήνιους διαγωνισμούς χορού, με εξαίρεση ιδιαίτερα στον πυρρίχειο.
Φιλότιμος φιλόξενος πάντα με πολλούς φίλους. Αγαπούσες τα παιδιά σου και τη Μέλη σου. (τη μαμά).
Όσες φορές σε χρειάστηκα ήσουν πάντα κοντά μου μεγάλη η αγκαλιά σου.
Εγώ είμαι βράχος για σένα μου έλεγες. Δεν μπορώ ακόμη να πιστέψω ότι θα ρθω στο πατρικό μου και θα απουσιάζεις. Δεν θα ξανά ηχήσει η λύρα σου. Δεν θα μου ξανατραγουδήσεις ...το λουλούδ’ είσαι ψώπο μ’.
Χθες 8.7.22 αποφάσισες να φύγεις ψηλά στους ουρανούς.
Καλό ταξίδι μπαμπάκα μου.
Η Δεσπούλα σου η Αστέρω σου!
Σ αγαπώ πολύ μπαμπάκα μου.
Θα ‘μαι περήφανη για σένα.
Θα μου λείπεις πάντα.
Καλό παράδεισο».